Category Archives: Σπάρτη

Κρυπτεία: Η πρώτη μυστική υπηρεσία του κόσμου ξεκίνησε από την αρχαία Σπάρτη!

Η Κρυπτεία είναι ένας από τους αρχαιότερους θεσμούς που μας έρχεται από την Αρχαία Λακεδαιμονία και είναι σύμφυτη με το στρατιωτικό πνεύμα της πόλης και τις μεγάλες απαιτήσεις εσωτερικής ασφαλείας που υπήρχαν

Ήταν η Μυστική Υπηρεσία της εποχής, επιφορτισμένη με τη Φύλαξη της Λακεδαίμονος από εσωτερικούς στην αρχή εχθρούς, όπως οι είλωτες, και αργότερα και από εξωτερικούς εχθρούς.

Ήταν η ίδια Ομάδα που μετά από χρόνια παρακολούθησης, εκτέλεσε παραδειγματικά τον Εφιάλτη, ή Επιάλτη, τον Γεφυραίο χωλό (κουτσό στην πιο … Μυστική Παράδοση) που πρόδωσε στους Πέρσες το μονοπάτι των Θερμοπυλών, με αποτέλεσμα τη σφαγή των 301 Σπαρτιατών και 700 Θεσπιέων.

Το 480 π.Χ. ένας Γεφυραίος, ο γνωστός Επιάλτης, πρόδωσε την Ελλάδα στον ξένο κατακτητή, με αποτέλεσμα να θυσιασθεί η αφρόκρεμα της Ελληνικής νεολαίας. Ο προδότης πληρώθηκε πλουσιοπάροχα από τους Πέρσες, οι οποίοι και του έδωσαν καταφύγιο.

Το 469 π.Χ. μας αναφέρει ο Ηρόδοτος ότι ο Επιάλτης γύρισε στην πατρίδα του όπου και δολοφονήθηκε από κάποιον Αθηνάδη. Ο Ηρόδοτος υποσχέθηκε ότι αργότερα στην ιστορία του θα αποκάλυπτε τα περιστατικά γύρω από αυτή την παραδειγματική τιμωρία. Ποτέ δεν το έκανε… η Κρυπτεία τον προειδοποίησε…

Για 11 ολόκληρα χρόνια η Κρυπτεία διατηρούσε Κλιμάκιο στο Καλλίδρομο, ο Αθηνάδης είχε στήσει μια νέα ζωή εκεί, αλλά περίμενε… η Νέμεσις θα έπρεπε να αποδοθεί. Όπως και έγινε, και η Λακεδαίμονα, πόλη του Λύκου, τον τίμησε ιδιαίτερα για την επιβολή του Νόμου στον προδότη. Η Κρυπτεία είχε μάτια σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο.

Κάτι που δεν είναι και τόσο γνωστό στους διάφορους «ερευνητικούς» κύκλους, είναι ότι ο θεσμός της Κρυπτείας ενέπνευσε τον Hasan i Sabbah, γνωστότερου και ως «Γέρος του Βουνού«, να ιδρύσει το γνωστό Τάγμα των Hashshashins, ή Ασσασίνων.

Στην Ιαπωνία η κάστα των Ninja έπαιρνε την ίδια εκπαίδευση με τους Λακεδαιμόνιους…

Πηγή: apocalypsejohn.com

Advertisements

Κοινωνική δομή στην Αρχαία Σπάρτη

Τρεις κοινωνικές τάξεις υπήρξαν στην αρχαία Σπάρτη. Ήταν οι τάξεις των Σπαρτιατών, των περιοίκων και των ειλώτων

ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ

Οι Σπαρτιάτες ονομάζονται μεταξύ τους και «όμοιοι» που σημαίνει ίσοι ή ευπατρίδες. Όπως και σε άλλες πόλεις, έτσι και στην Σπάρτη υπήρχε η τάξη των ευγενών, από την οποία προήρχοντο οι γνήσιοι Σπαρτιάτες, οι ¨όμοιοι¨ δηλαδή πολίτες, οι οποίοι αριθμούσαν περί τα 1500-3000 άτομα. Ο αριθμός αυτός βέβαια ανήκει στους όμοιους πολεμιστές και αναφέρεται στα πρώτα χρόνια της κλασικής αρχαιότητας. Αργότερα ο αριθμός των ομοίων πολεμιστών μεγάλωσε φτάνοντας γύρω στους 9000. Με τις διάφορες όμως πολεμικές διαμάχες μεταξύ των ελληνικών πόλεων και τις αλλεπάλληλες πολεμικές συγκρούσεις, ο αριθμός των ομοίων πολεμιστών μειώθηκε σημαντικά, αναγκάζοντας έτσι διάφορους βασιλείς της Σπάρτης να λάβουν μέτρα κατά της λειψανδρίας και υπέρ της αύξησης του αριθμού των ομοίων πολεμιστών, εγγράφοντας κάποιες φορές ως όμοιους πολίτες, είλωτες ή νόθους. Για να δούμε τον αριθμό των ομοίων πολιτών της Σπάρτης σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της Λακεδαίμονος, πρέπει να σημειώσουμε ότι ο συνολικός πληθυσμός της Λακωνίας υπερέβαινε τις 180.000 κατοίκους.

Η κύρια και βασική υποχρέωση των ομοίων πολεμιστών, ήταν η συνεισφορά τους στα συσσίτια, η οποία αποτελείτο από ορισμένη ποσότητα κριθάλευρου, κρασιού, αποξηραμένων σύκων, τυριού και κρέατος.

Η δεύτερη υποχρέωση του όμοιου πολεμιστή προς την πατρίδα ήταν να είναι ικανός και γενναίος πολεμιστής. Ένα γεγονός που ξεκινούσε πριν ακόμα γεννηθεί αφού οι γονείς έπρεπε να διατηρούν υγιή και γυμνασμένα σώματα, καθώς επίσης και να βρίσκονται στην κατάλληλη ηλικία τεκνοποίησης, ώστε το παιδί που θα γεννηθεί να έχει τις καλύτερες σωματικές προϋποθέσεις για να γίνει ένας υγιής και δυνατός πολεμιστής. Μετά την γέννηση βέβαια ακολουθούσε η εκπαίδευση η οποία άρχιζε από την νηπιακή και συνεχιζόταν στην παιδική και εφηβική ηλικία. Ήθελε λοιπόν ο Λυκούργος να επιβάλλει με τους νόμους του στους Σπαρτιάτες να αγαπούν την πατρίδα τους περισσότερο από κάθε άλλο, δείχνοντας το με το θάρρος τους στις μάχες.

Η αρχαία Σπάρτη αποτελείτο από πέντε κόμες: Λίμναι, Κυνοσούρα, Μεσόα, Πιτάνη και Αμύκλαι. Οι Σπαρτιάτες αποτελούνταν από τρεις φυλές: Των Υλλέων, των Δυμάνων και των Παμφύλων που ανάλογα με τον τόπο διαμονής τους, χωρίζονταν στις πέντε παραπάνω κόμες η ωβές η κοινότητες. Με την πάροδο όμως του χρόνου η έννοια της φυλής αντικαταστάθηκε από την λέξη ωβά, χωρίζοντας έτσι τους Σπαρτιάτες ανάλογα με τον τόπο καταγωγής τους και όχι ανάλογα με την φυλή. Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι ο Σπαρτιατικός στρατός διαιρείτο σε πέντε λόχους: Αιδόλιος, Σίνης, Σαρινάς, Πλόας και Μεσοάτης. Η περιουσία των ομοίων αποτελείτο από την γη τους (κλήρος), από την πανοπλία τους, την κατοικία τους, τους είλωτες, τα άλογα και τα σκυλιά τους, πράγματα τα οποία είχαν την δυνατότητα να δανειστούν μεταξύ τους, κάνοντάς το μάλιστα με μεγάλη προθυμία.Η περιουσία των ομοίων αποτελείτο από την γη τους (κλήρος), από την πανοπλία τους, την κατοικία τους, τους είλωτες, τα άλογα και τα σκυλιά τους, πράγματα τα οποία είχαν την δυνατότητα να δανειστούν μεταξύ τους, κάνοντάς το μάλιστα με μεγάλη προθυμία.

ΠΕΡΙΟΙΚΟΙ


Η τάξη των περιοίκων αποτελείτο από τον πληθυσμό που κατοικούσε πέριξ της Σπάρτης και η κύρια ασχολία του ήταν η κτηνοτροφία, η γεωργία, τα χειρωνακτικά επαγγέλματα, η αλιεία και το εμπόριο. Είχαν αυτονομία και ήταν αυτοδιοικούμενοι, καθώς είχαν το δικαίωμα να θεσπίζουν δικούς τους νόμους. Οι Σπαρτιατικοί νόμοι δεν εφαρμόζονταν στους περιοίκους, αλλά υπερίσχυαν πάνω στους νόμους των περιοίκων. Υποχρεώνονταν από τους Σπαρτιάτες να ακολουθούν τους ίδιους συμμάχους, να έχουν τους ίδιους εχθρούς, και παρατάσσονταν στις μάχες σαν οπλίτες με βαρύ οπλισμό.

Αν και υστερούσαν σε μαχητική αξία σε σχέση με τους Σπαρτιάτες πολεμιστές μιας και ήταν αγρότες, συμπλήρωναν -ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις- τον απαιτούμενο αριθμό των μορών. Η Σπαρτιατική πολιτεία υποχρέωνε τους περίοικους να υπηρετούν την στρατιωτική τους θητεία και να πληρώνουν φόρο. Διοικούνταν από διορισμένους Σπαρτιάτες αρμοστές (διοικητές).

Η τάξη των περιοίκων αποτελείτο από τον πληθυσμό που κατοικούσε πέριξ της Σπάρτης και η κύρια ασχολία του ήταν η κτηνοτροφία, η γεωργία, τα χειρωνακτικά επαγγέλματα, η αλιεία και το εμπόριο. Είχαν αυτονομία και ήταν αυτοδιοικούμενοι, καθώς είχαν το δικαίωμα να θεσπίζουν δικούς τους νόμους. Οι Σπαρτιατικοί νόμοι δεν εφαρμόζονταν στους περιοίκους, αλλά υπερίσχυαν πάνω στους νόμους των περιοίκων. Υποχρεώνονταν από τους Σπαρτιάτες να ακολουθούν τους ίδιους συμμάχους, να έχουν τους ίδιους εχθρούς, και παρατάσσονταν στις μάχες σαν οπλίτες με βαρύ οπλισμό.

Αν και υστερούσαν σε μαχητική αξία σε σχέση με τους Σπαρτιάτες πολεμιστές μιας και ήταν αγρότες, συμπλήρωναν -ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις- τον απαιτούμενο αριθμό των μορών. Η Σπαρτιατική πολιτεία υποχρέωνε τους περίοικους να υπηρετούν την στρατιωτική τους θητεία και να πληρώνουν φόρο. Διοικούνταν από διορισμένους Σπαρτιάτες αρμοστές (διοικητές).

ΕΙΛΩΤΕΣ

Η άποψη ότι οι είλωτες ήταν δούλοι με την συνηθισμένη έννοια είναι λανθασμένη. Θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν καλύτερα σαν ένα είδος δούλων της πολιτείας. Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτή την έννοια θα πρέπει να δούμε ποιες ήταν οι αρμοδιότητές τους. Δούλευαν λοιπόν για λογαριασμό των Σπαρτιατών την γη και έδιναν στον ιδιοκτήτη ένα μέρος του εισοδήματος που είχε προσδιοριστεί από πριν. Ο Σπαρτιάτης ιδιοκτήτης δεν είχε δικαίωμα να αθετήσει τον λόγο του και να πάρει περισσότερο από το συμφωνημένο εισόδημα, γιατί σε τέτοια περίπτωση τιμωρείτο με κατάρα από την πολιτεία. Οι είλωτες κρατούσαν συνήθως το μισό της παραγωγής και το πλεόνασμα της συγκομιδής (Αιμιλιανός Ποικ. Ιστορ.)

Οι οικογένειες των Ειλώτων ζούσαν στα κτήματα (κλήρους), όχι μέσα στην πόλη της Σπάρτης αλλά πέριξ αυτής, και ήταν υποχρεωμένοι να παίρνουν μέρος στις εκστρατείες των Σπαρτιατών. Στις εκστρατείες αυτές οι είλωτες έκαναν συνήθως διάφορες βοηθητικές δουλειές όπως το να επιβλέπουν τα ζώα η τις αποσκευές η να φυλάγουν το στρατόπεδο.

Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις που οι είλωτες έπαιρναν μέρος σε μάχες μιας και πολλές φορές η πολιτεία χάριζε την ελευθερία σε αυτούς που ανδραγαθούσαν. Έτσι έφευγαν από τις τάξεις των ειλώτων και συγκροτούσαν μια καινούργια τάξη, τους νεοδαμώδεις. Με τον τρόπο αυτό οι είλωτες αυτοί αφού αποκτούσαν την ελευθερία τους, πολύ συχνά συμπλήρωναν τις τάξεις του Σπαρτιατικού στρατού ως βαριά οπλισμένοι η ψιλοί.

Κάθε Σπαρτιάτης προμηθευόταν τα προς το ζην από τον κλήρο του, αφού οι Σπαρτιατικοί νόμοι απαγόρευαν στους όμοιους Σπαρτιάτες να εργάζονται. Ολόκληρη η Λακωνική γη ήταν χωρισμένοι σε ίσους (παραγωγικά και όχι σε έκταση) κλήρους, τους οποίους επιφορτισμένοι να τους καλλιεργούν ήταν οι είλωτες.

ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΠΕΡΙΟΙΚΩΝ-ΕΙΛΩΤΩΝ

Αν μελετήσουμε την αναφορά του Ηροδότου για την μάχη των Πλαταιών μπορούμε να συμπεράνουμε περίπου την πληθυσμιακή κατανομή των τριών τάξεων κατά την περίοδο αυτή. Αναφέρει λοιπόν ο Ηρόδοτος ότι οι Λακεδαιμόνιοι μαζί με τους πέντε χιλιάδες οπλίτες που έστειλαν στις Πλαταιές, έδωσαν και συνοδεία ελαφρά οπλισμένων. Από αυτούς, πέντε χιλιάδες περίοικοι πολέμησαν ως ψιλοί, ενώ σε κάθε όμοιο πολεμιστή από τους πέντε χιλιάδες οπλίτες αντιστοιχούσαν επτά είλωτες.

Πέρα από τις τρεις μεγάλες κοινωνικές τάξεις στην αρχαία Σπάρτη, κυρίως η ανάγκη αύξησης του πληθυσμού οδήγησε στην δημιουργία και άλλων τάξεων.

ΜΟΘΑΞ – ΝΕΟΔΑΜΩΔΗΣ

Μόθακας ονομαζόταν το παιδί μιας ειλώτισσας και ενός ομοίου. Τα παιδιά αυτά μπορούσαν να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα μόνο αν ακολουθούσαν την Σπαρτιατική αγωγή. Αυτό μπορούσε να γίνει αν ο μόθακας γινόταν σύντροφος ενός συγκεκριμένου Σπαρτιατόπουλου και ακολουθούσε μαζί του την αγωγή.

Έτσι λοιπόν αφού ο μόθακας παρακολουθούσε την αγωγή, μπορούσε μετά να γίνει πολίτης της Σπάρτης και να αποκτήσει κλήρο και δικαιώματα. Με τον τρόπο αυτό λοιπόν κάποιος που δεν γεννήθηκε γνήσιος Σπαρτιάτης μπορούσε να γίνει όμοιος πολεμιστής. Σε αυτή την περίπτωση και μετά την ολοκλήρωση της Σπαρτιατικής αγωγής, ο μόθακας ονομαζόταν «νεοδαμώδης», και ήταν πλέον όμοιος Σπαρτιάτης πολεμιστής. Μια άλλη περίπτωση για να γίνει κάποιος «νεοδαμώδης», ήταν και η περίπτωση πολιτογράφησης ειλώτων, οι οποίοι έδειχναν μεγάλη γενναιότητα στην μάχη. Το μέτρο αυτό θεσπίστηκε, επειδή η Σπάρτη λόγω των συχνών πολεμικών συρράξεων, αλλά και των ιδιόμορφων συνθηκών που επικρατούσαν, υπέφερε από λειψανδρία. Έτσι θεσπίζοντας την τάξη των νεοδαμωδών, η Σπάρτη επιχειρούσε ουσιαστικά, να μεγαλώσει τεχνητά τον πληθυσμό της, χωρίς όμως να αλλοιώσει τα φυλετικά του χαρακτηριστικά, αφού και στις δύο περιπτώσεις οι καινούργιοι «όμοιοι» πολεμιστές που προέκυπταν, δεν προέρχονταν από αλλόφυλες βαρβαρικές φυλές, αλλά ήταν γηγενείς Έλληνες από την τάξη των ειλώτων.

Οι απελεύθεροι αυτοί είλωτες, αλλά και οι μόθακες, εντασσόμενοι στην τάξη των νεοδαμωδών, απολάμβαναν όλα τα προνόμια των ομοίων Σπαρτιατών πολεμιστών, αλλά και τις υποχρεώσεις τους προς την πολιτεία. Αποκτούσαν κλήρο, και συνήθως έπαιρναν τα κτήματα των ομοίων σπαρτιατών πολεμιστών που δεν είχαν κληρονόμο, και ζούσαν εκεί. Σε περιπτώσεις που απελευθερώνονταν αρκετοί νεοδαμώδεις, τους δίνονταν κτήματα στην μεθόριο της Λακεδαίμονος, όπου πολλές φορές τα καλλιεργούσαν και μόνοι τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι νεοδαμώδεις εντάσσονταν στην συνοριακή φρουρά της Σπάρτης. Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι νεοδαμώδεις αποτελούσαν ένα σημαντικό κομμάτι του Σπαρτιατικού στρατού, αφού ανεξάρτητα με την περιοχή την οποία κατοικούσαν, εκτελούσαν υπηρεσία οπλίτη, παίρνοντας μέρος στην στρατιωτική εκγύμναση, όπως όριζαν οι νόμοι του Λυκούργου για τους όμοιους Σπαρτιάτες πολεμιστές. Ονομαστοί μόθακες στην μεγάλη ιστορία της Σπάρτης ήταν ο Λύσανδρος, ο Καλλικρατίδας, ο Γύλλιπος κ.ά.

ΤΡΟΦΙΜΟΙ

Τρόφιμος ονομαζόταν το θετό τέκνο. Οι τρόφιμοι ήταν αγόρια ελληνικής καταγωγής , οι οποίοι ακολουθούσαν την Σπαρτιατική αγωγή, μαζί με τα Σπαρτιατόπουλα, αρκεί να ήταν σωματικά υγιείς. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις οι τρόφιμοι ήταν παιδιά που είχαν γεννηθεί στην Σπάρτη από ξένους γονείς. Από τρόφιμους και νόθους απαρτιζόταν και ο στρατός του Αγησίπολη, οι οποίοι όπως αναφέρεται, ήταν εύρωστοι και ρωμαλέοι στην εμφάνιση, ψημένοι στις μάχες και πεπειραμένοι στην ζωή της τιμής.

ΥΠΟΜΕΙΟΝΤΕΣ


Οι όμοιοι Σπαρτιάτες που έχαναν την ιδιότητα του πολίτη ονομάζονταν υπομείοντες. Αυτό συνέβαινε συνήθως στην περίπτωση που κάποιος αδυνατούσε να πληρώσει τις εισφορές του στα συσσίτια. Το φαινόμενο αυτό έγινε ιδιαίτερα έντονο μετά τον εκχρηματισμό της σπαρτιατικής οικονομίας, την δημιουργία χρεών από πολλούς πολίτες, και την συγκέντρωση του πλούτου σε λίγους. Όλοι αυτοί οι παράγοντες, μαζί με την λειψανδρία που λόγω των πολλών πολεμικών συρράξεων μάστιζε την Σπάρτη, έφεραν την χαλάρωση της κοινωνικής συνοχής της σπαρτιατικής κοινωνίας, της οποίας βασικός πυλώνας ήταν η τάξη των ομοίων.

Μελετώντας κανείς την πολιτεία της Σπάρτης και εξετάζοντας την κοινωνική αλλά και την οικονομική της δομή, θα καταλάβει εύκολα γιατί οι αρχαίοι Σπαρτιάτες είχαν αναπτύξει σε τόσο υψηλό βαθμό το αίσθημα της φιλοπατρίας, βάζοντας πάντα το συμφέρον της πατρίδας πάνω από το προσωπικό τους. Στην πράξη η ίδια η πολιτεία ήταν αυτή που γαλουχούσε τους πολίτες της με αυτά τα πρότυπα, παραδειγματίζοντας τους με την σωστή λειτουργία της.

Στην Σπαρτιατική πολιτεία τα απαραίτητα προϊόντα εξασφαλίζονταν μέσα από την οικιακή οικονομία. Το κράτος ήταν υπεύθυνο για την κοινωνική μέριμνα, αλλά και την ισότητα των πολιτών απέναντι στον νόμο. Έτσι το αίσθημα αυτό της ισότητας οδηγούσε στην πιστή τήρηση των νόμων, οι οποίοι για τους Σπαρτιάτες αποτελούσαν τρόπο ζωής. Ο πλούτος ήταν ανύπαρκτος και το χρυσάφι καθώς και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα δεν είχαν καμία αξία στην Σπάρτη. Πλούτος και κόσμημα για τον Σπαρτιάτη πολίτη ήταν το όμορφο και εύρωστο σώμα, και όχι τα φανταχτερά κοσμήματα.

Επιχειρώντας να αναλύσουμε την κατάσταση που επικρατούσε στην αρχαία Ελλάδα σε σχέση με την στρατιωτική δομή των πόλεων κρατών θα οδηγηθούμε σε μερικά συμπεράσματα. Σε όλες τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις – κράτη το μεγαλύτερο τμήμα του στρατού αποτελείτο από «ερασιτέχνες» πολεμιστές, οι οποίοι έπιαναν ουσιαστικά τα όπλα μόνο σε περίπτωση ανάγκης της πατρίδας τους, ενώ την ειρηνική περίοδο απασχολούνταν με κάποιο βιοποριστικό επάγγελμα, μέσα από το οποίο είχαν την δυνατότητα να πλουτίσουν. Αντίθετα στην Σπάρτη, οι νόμοι του Λυκούργου -που για πολλούς αποτελεί μυθικό η και ανύπαρκτο πρόσωπο- απαγόρευαν στους όμοιους πολεμιστές οποιαδήποτε σωματική και βιοποριστική εργασία, επιτρέποντάς τους μόνο να εργάζονται σε ότι θεωρούσαν ότι εξασφάλιζε την ελευθερία και την ενδυνάμωση της πόλης τους. Και η εργασία αυτή δεν ήταν άλλη από την συνεχή στρατιωτική εκπαίδευση, και την αρετή.

Μια άριστη άσκηση για τους Σπαρτιάτες ήταν και το κυνήγι, το οποίο πίστευαν ότι αποτελεί μια πολύ καλή σωματική άσκηση, δεδομένου ότι οι συνθήκες του μοιάζουν πάρα πολύ με τις στρατιωτικές. Μπορούσαν να δικαιολογήσουν μάλιστα και την απουσία κάποιου, ο οποίος έλειπε για κυνήγι, από το φυδίτιο, με την υποχρέωση όμως αυτός να στείλει ένα μέρος του θηράματος για τους συντρόφους του Μέσα στην ευρύτερη μέριμνα της σπαρτιατικής πολιτείας ήταν και ο καθορισμός των δημοσίων αξιωμάτων. Στα δημόσια αξιώματα λοιπόν εκλέγονταν Σπαρτιάτες οι οποίοι έφθαναν στην ανδρική ηλικία, και ανάλογα με την πρόοδο τους, την σωματική τους διάπλαση, αλλά και τη γενναιότητα τους, προωθούνταν στα κατάλληλα αξιώματα. Παρατηρούμε λοιπόν ότι η πολιτεία ενδιαφερόταν για τους πολίτες της, σε όλη την διάρκεια της ζωής τους, σε αντίθεση με άλλες ελληνικές πόλεις, στις οποίες οι πολίτες μετά την εφηβεία έφευγαν πλέον από την μέριμνα της πολιτείας, ενώ αυτή μπορούσε να τους επιστρατεύσει όποτε ήθελε.

ΦΙΔΙΤΙΑ – ΣΥΣΚΗΝΙΑ


Εκτός από τον χωρισμό του Σπαρτιατικού στρατού σε στρατιωτικά τμήματα, υπήρχε και ο χωρισμός των Ομοίων πολιτών σε δεκαπενταμελείς ομάδες που ονομάζονταν συσκηνίες. Οι ομάδες αυτές τις οποίες συγκροτούσαν Σπαρτιάτες από την ηλικία του είρηνα και μετά, έμεναν σε ξεχωριστά οικήματα, και τα μέλη της κάθε ομάδας κοιμόντουσαν μαζί στο ίδιο οίκημα, μέχρι να συμπληρώσουν το τριακοστό έτος της ηλικίας τους. Συμπληρώνοντας λοιπόν το τριακοστό έτος της ηλικίας τους είχαν το δικαίωμα να κοιμούνται το βράδυ στις οικείες τους, μαζί με τις οικογένειές τους, όμως την ημέρα βρίσκονταν μαζί με τους όμοιους συντρόφους τους που άνηκαν στην ίδια συσκηνία, και γυμνάζονταν η ακολουθούσαν κανονικά το πρόγραμμα της πολιτείας.

Ο θεσμός της συσκηνίας θεσπίστηκε περισσότερο για να ανεβάσει την μαχητικότητα των Σπαρτιατών πολεμιστών, αλλά και για να συσφίξει τις μεταξύ τους σχέσεις, αφού με τον δεσμό αυτό οι σύσκηνοι δένονταν με πολύ στενούς δεσμούς φιλίας μεταξύ τους. Αυτό βέβαια είχε φοβερό αντίκτυπο κατά την διάρκεια της μάχης, στην οποία ο κάθε πολεμιστής μαχόταν δίπλα στον σύντροφό του από την ίδια συσκηνία, οπότε και η μαχητικότητα του ανέβαινε κατά πολύ, αλλά και οι στρατιωτικοί σχηματισμοί του σπαρτιατικού στρατού παρουσίαζαν τεράστια ευελιξία και πειθαρχία. Επίσης ο σπαρτιατικός στρατός με αυτόν τον τρόπο παρουσίαζε πολύ μεγάλη ομοψυχία και συνοχή, αφού κάθε σύσκηνος στην ουσία προσπαθούσε από την μια να αποδείξει την γενναιότητα του στην υπόλοιπη συσκηνία, και από την άλλη ο καθένας ξεχωριστά να προσπαθεί με κάθε τρόπο να σώσει τους υπόλοιπους συντρόφους του, σε μια δύσκολη εξέλιξη της μάχης.

Η εξασφάλιση των αγαθών που χρειαζόταν η κάθε συσκηνία για να λειτουργήσει, εξασφαλιζόταν από την συνεισφορά των μελών της, οι οποίοι ήταν υποχρεωμένοι να δώσουν στην πολιτεία ίση ποσότητα από τα αγαθά που χρειάζονταν (σύκα, αλεύρι, τυρί, κρασί κτλ). Η κύρια τροφή των Σπαρτιατών ήταν ο μέλανας ζωμός. Ο ζωμός αυτός αποτελείτο από χοιρινό η μοσχαρίσιο κρέας, το οποίο ήταν βρασμένο και με το αίμα του, στο οποίο πρόσθεταν αλάτι και ξύδι. Τα κοινά αυτά δείπνα των συσκήνων ονομάζονταν φιδίτια η συσσίτια αλλά και ανδρεία. Στα φιδίτια παρευρίσκονταν όλοι οι σύσκηνοι, και δεν επιτρεπόταν σε κανέναν να έχει φάει πριν. Ακόμα και οι βασιλείς έπαιρναν μέρος στα φιδίτια, παίρνοντας μάλιστα και διπλή μερίδα την οποία μπορούσαν να διαθέσουν όπου ήθελαν.

Στην συσκηνία γίνονταν συζητήσεις για τα προβλήματα που αφορούσαν την πόλη, αλλά και γενικού περιεχομένου συζητήσεις. Απαγορευόταν όμως ρητά κάποιος να μεταφέρει προς τα έξω τις συζητήσεις που γίνονταν εκεί. Μάλιστα η παράδοση αναφέρει ότι ο γεροντότερος δείχνοντας την είσοδο του οικήματος της συσκηνίας να λέει στους νεότερους: «δια τούτον φήσιν ουδείς εξέρχεται λόγος»

Στα παιδιά επιτρεπόταν η είσοδος στα φιδίτια, μαθαίνοντας τα έτσι να κρατούν μυστικά τα όσα ακούγονταν εκεί μέσα, μυώντας τα έτσι στο να κρατούν μυστικά προς τα έξω και τα θέματα που αφορούν την πόλη. Επίσης η είσοδος των νέων στα φιδίτια από μικρή ηλικία είχε να κάνει και με την σωστή συμπλήρωση της πολιτικής τους αγωγής, η οποία θα τους βοηθούσε να γίνουν σωστοί και νομοταγείς πολίτες, όταν θα έφταναν στο στάδιο της ενηλικίωσης. Επίσης στα φιδίτια αναφερόταν και κάθε καλή πράξη η οποία έγινε στην πόλη, δίνοντας έτσι ένα κίνητρο στους Σπαρτιάτες να προτιμούν περισσότερο τον δρόμο της αρετής.

Την ποσότητα του φαγητού που αναλογούσε σε κάθε σύσκηνο κατά την διάρκεια των φιδιτίων, επέβλεπαν οι μεγαλύτεροι, ώστε οι Σπαρτιάτες τρώγοντας στην ουσία την κανονική ποσότητα φαγητού, να διατηρούν το σώμα τους γυμνασμένο, ώστε αυτό να φαίνεται πάντα όμορφο. Οι πρεσβύτεροι όμοιοι πολεμιστές ήταν επίσης υπεύθυνοι να ελέγχουν την εκγύμναση των μελών της συσκηνίας, πριν αυτοί καθίσουν στο τραπέζι. Μόνο μετά το εξηκοστό έτος της ηλικίας τους οι όμοιοι Σπαρτιάτες μπορούσαν να καθίσουν στα φιδίτια χωρίς προηγουμένως να γυμναστούν. Η διατροφή τους λέγεται ότι κανονίστηκε από τον Λυκούργο έτσι ώστε και να μην στερούνται τροφής, αλλά και να μην ξεφεύγουν από το μέτρο καταναλώνοντας υπερβολικές ποσότητες. Το ίδιο συνέβαινε και με την κατανάλωση κρασιού, η οποία δεν υπερέβαινε το κανονικό αφού πολλοί από τους σύσκηνους, μετά το πέρας του δείπνου, έπρεπε να επιστρέψουν στις οικείες τους, πάντα χωρίς την βοήθεια φανού η δάδας, δεδομένου ότι στην Σπάρτη απαγορευόταν ο φωτισμός κατά την διάρκεια της νύχτας σε αυτούς που κυκλοφορούσαν στην πόλη.

Έτσι, σε όλους τους όμοιους Σπαρτιάτες δεν επιτρεπόταν το δείπνο στο σπίτι, παρά μόνο όταν ο πολίτης αυτός είχε μαγειρέψει ένα ζώο μετά από θυσία, η αυτό το ζώο ήταν θήραμα κυνηγίου, οπότε όπως αναφέραμε και πιο πάνω, ήταν υποχρεωμένος να στείλει μέρος του σφάγιου στο συσσίτιο των συντρόφων του.

Σύμφωνα με τους ιστορικούς ο Λυκούργος εφάρμοσε τον θεσμό των φιδιτίων και των συσκηνιών, προσπαθώντας να δημιουργήσει άρρηκτες σχέσεις, ανάμεσα στους πολίτες όλων των ηλικιών, χαλιναγωγώντας έτσι τους νεότερους, οι οποίοι κάτω από τα βλέμματα των πρεσβύτερων, γίνονταν πιο προσεκτικοί, αποκτούσαν μεγαλύτερο αυτοσεβασμό, αλλά και σεβασμό προς όλους τους συμπολεμιστές τους, ανεξαρτήτου ηλικίας. Στις δεκαπενταμελής αυτές ομάδες, κάθε καινούργιο μέλος γινόταν δεκτό μόνο με ομόφωνη μυστική ψηφοφορία, των υπολοίπων μελών, και αποκλειόταν ακόμα και με μια αρνητική ψήφο.

Μοναδικό μειονέκτημα του θεσμού της συσκηνίας θεωρείται η απομάκρυνση του Σπαρτιάτη συζύγου από την οικεία του μέχρι την ηλικία των τριάντα ετών, δεδομένου ότι οι νόμοι της Σπαρτιατικής πολιτείας προέβλεπαν ότι ένας Σπαρτιάτης πρέπει να παντρεύεται μέχρι το ανώτερο μέχρι αυτή την ηλικία

pathfinder

Έπειτα από 2716 χρόνια οι Σπαρτιάτες του Τάραντα επιστρέφουν στη Σπάρτη!

Το Τaranto είναι σήμερα μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Ιταλίας έντονα εκβιομηχανοποιημένη και υποβαθμισμένη. Στην αρχαιότητα όμως ο Τάραντας ή Τάρας υπήρξε μια από τις σπουδαιότερες αποικίες των Ελλήνων στη μεσόγειο, η αδιαμφισβήτητη πρωτεύουσα της Μεγάλης Ελλάδος και η μοναδική αποικία που δημιουργήθηκε από τη Σπάρτη.
Η ίδρυση της πόλεως έγινε σύμφωνα με τον ιστορικό Ευσέβιο το 706 π.χ. από τον Λακεδαίμονα Φάλανθο και και ομάδα Σπαρτιατών αποικιστών. Ο Φάλανθος φεύγοντας από τη Σπάρτη ζήτησε το χρησμό του Μαντείου των Δελφών και εν συνεχεία με πλοία κατευθύνθηκε στη νότιο Ιταλία όπου μετά από σωρία μαχών και κακουχιών εγκαθίδρυσε τον Τάραντα.
Σήμερα, 2716 χρόνια μετά, μια ομάδα Ταραντίνων Σπαρτιατών με έντονη την συνείδηση της εθνικής τους καταγωγής, αποφάσισαν να ξανακάνουν το ίδιο ταξίδι με αυτό που έκανε ο Φάλανθος αλλά αντίστροφα, ξεκινώντας από τον Τάραντα, περνώντας από το μαντείο των Δελφών και καταλήγοντας στη μητέρα πατρίδα των προγόνων τους τη Σπάρτη.
Το πλοίο τους ξεκίνησε από τον Τάραντα στις 13 Ιουνίου έπειτα από μια σεμνή και αρχαιοπρεπή τελετή και αυτές τις ώρες πλέει στο Ιόνιο πέλαγος. Οι Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδος, φέρουν στη πατρώα ελληνική γη ιερά δώρα: μυρτιές από τον Τάραντα που θα φυτευθούν στους Δελφούς και στη Σπάρτη, ένα λυχνάρι που συμβολικά θα ανάψει στο μνημείο «donario tarantino» στους Δελφούς και στο ναό του Απόλλωνα στη Σπάρτη και νερό από τον αρχαίο ποταμό του Τάραντα, Ευρώτα (σήμερα Galeso).
Το ταξίδι θα ολοκληρωθεί με την επιστροφή τους στον Τάραντα όπου και θα προσφέρουν στο δήμαρχο της πόλης μερικές χούφτες χώμα από την ελληνική γη.

Η ιστοσελίδα της ομάδας είναι η http://www.tarantospartana.org

Η ΔΕΙΛΙΑ ΗΤΑΝ ΑΓΝΩΣΤΗ ΛΕΞΗ ΣΤΗ ΣΠΑΡΤΗ

Ο σπαρτιάτικος στρατός ήταν, ίσως, η πιο τρομερή πολεμική μηχανή του αρχαίου κόσμου. Αυτή η πολεμική μηχανή με την απίστευτη πειθαρχεία και εκπαίδευση κατάφερνε πολύ καλά για αιώνες να καλύπτει το μεγαλύτερο και βασικότερο ελάττωμά της, που βεβαίως δεν ήταν άλλο από την αριθμητική της σύσταση. Οι Σπαρτιάτες οπλίτες φορούσαν πάντα κόκκινο μανδύα, γιατί κάλυπτε το αίμα εάν πληγώνονταν και επίσης, κατά το Λυκούργο, τρόμαζε κατά κάποιο τρόπο τον αντίπαλο. Στις μάχες οι Σπαρτιάτες οπλίτες δεν φορούσαν σανδάλια, αλλά πήγαιναν ξυπόλητοι, για να διατηρείται πιο σταθερή η φάλαγγα. Στη Σπάρτη υπήρχε η αντίληψη ότι οι στρατιώτες έπρεπε να γυρίσουν από τη μάχη νικητές ή πεθαμένοι, αν και δεν υπήρχε νόμος που καταδίκαζε αυτούς που εγκατέλειπαν τη μάχη, αλλά αυτοί τότε περιθωριοποιούνταν από την κοινωνία, όπως ο Αριστόδημος που έφυγε από τις Θερμοπύλες με διαταγή του Λεωνίδα να ειδοποιήσει ότι οι Έλληνες είχαν περικυκλωθεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν πάνε στη μάχη, όταν η μητέρα έδινε την ασπίδα στο γιο της, έλεγε «ή ταν, ή επί τας», δηλαδή «ή με αυτήν θα γυρίσεις νικητής ή επάνω σε αυτήν νεκρός».
Την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου, όλες οι ασπίδες των Σπαρτιατών είχαν γραμμένο το γράμμα Λ (λάμδα), που αντιπροσώπευε τη Λακεδαιμονία. Είναι χαρακτηριστικό επίσης ότι άφηναν μακριά μαλλιά και χτενίζονταν πριν τις μάχες, που θεωρείτο την εποχή εκείνη κυρίως προ σπαρτιατικό χαρακτηριστικό. Την Αρχαϊκή Εποχή φορούσαν κορινθιακό κράνος, περικνημίδες και μπρούτζινο θώρακα, αν και μετά τους Περσικούς Πολέμους, όταν και οι πόλεμοι έγιναν πιο ανοιχτοί αντικατέστησαν τον μπρούτζινο θώρακα με το λινοθώρακα ή με τον πιο ελαφρύ εξώμη. Κύρια όπλα τους ήταν το δόρυ, η ασπίδα και το ξίφος. Την εποχή του Κλεομένη του Γ’, τον 3ο αιώνα π.Χ., ο σπαρτιάτικος στρατός εξοπλίστηκε με την μακεδονική σάρισα.
Δειλός εχαρακτηρίζετο οποιοσδήποτε πολίτης,οπλίτης της αρχαίας Σπάρτης υποχωρούσε εμπρός στόν εχθρό, άνευ εντολής που αφορούσε τέτοιον τακτικό ελιγμό,εαν λιποτακτούσε και τέλος εάν αιχμαλωτίζετο.Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος ηταν το να χάσει τα πολιτικά του δικαιώματα και να υποβιβασθεί απο την πρωτεύουσα τάξη των Ομοίων σε αυτήν των Μειόνων.
Η αντιμετώπιση των δειλών ήταν τελείως διαφορετική στην Σπάρτη απο οτι στην υπόλοιπη Ελλάδα.Στίς διάφορες Ελληνικές πόλεις συνήθως, δεν επιβάλετο κάποια ιδιαίτερη ποινή.Διατηρούσαν το δικαίωμα της συναναστροφής με τους γενναίους συμπολεμιστές τους εντός και εκτός στρατεύματος.
Αντιθέτως στην Σπαρτιατική κοινωνία η δειλία θεωρείτο το μεγαλύτερο όνειδος και η αυτοκτονία ήταν απολύτως προτιμητέα.Αναφέρω παρακάτω τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες ζούσε ο Σπαρτιάτης που υποτίθεται οτι δείλιασε στην μάχη.Πάντως κατά την προσωπική μου γνώμη θεωρώ απίθανο να υπήρξε ποτέ τέτοιο φαινόμενο.Οι μόνες περιπτώσεις που επέζησαν ηταν παρανοήσεις εντολών στην μάχη,η πρωτοβουλίες για διαφορετική δράση εκτός εντολών,πού τιμωρήθησαν για λόγους αρχής και μόνον.Πραγματική δειλία δεν αναφέρθηκε ποτέ.Αντιθέτως απίστευτη εμμονή για την νίκη,οσο και αν αυτή η οδός συναντούσε τον θάνατο.

1.Εχανε τα πολιτικά του δικαιώματα.
2.Απεμακρύνετο απο την κοινή ζωή στην συσκοινία που αποτελούσε το κέντρο της ζωής μαζί με το στρατόπεδο.
3.Αποκλειόταν απο αθλοπαιδειές και χορού.
4.Δεν γινόταν αποδεκτός στην Εκλλησία του Δήμου δηλ την Απέλλα,ισχυρώτατο λαικό όργανο δημοκρατικής διοικήσεως.
5.Απουσίαζε η σύζυγος κατ εντολήν των νόμων απο την οικία ώστε να μην έρχεται σε επαφή μαζί του και ταυτοχρόνως οι κόρες,εαν υπήρχαν,διαβιούσαν σε κατ οίκον περιορισμό.
6.Υπόκειτο στον εξευτελισμό, ανα πάσα στιγμή να ξυλοκοπείται απο οποιοδήποτε άλλο πολίτη ήθελε να τόν ταπεινώσει,δίχως να του παρέχεται δικαίωμα απο τον νόμο να προσφύγει σε αυτόν
7.Οι συμπολίτες του δεν συνομιλούσαν κάν μαζί του
8.Όταν εσυναντάτο με άλλον πολίτη έπρεπε να παραμερίσει ταπεινούμενος, και ήταν αναγκασμένος να δίδει την θέση του όταν ευρισκόταν καθήμενος σε οπιονδήποτε την ζητούσε, ακόμη και εαν αυτός ήταν νεώτερος.
9.Του απηγορεύετο να περιποιείται τον εαυτόν του και να καλωπίζεται.
10.Κατά την διάρκεια της μάχης ο βασιλεύς στρατηγός είχε δικαίωμα να εκτελέσει επι τόπου όποιον αντιλαμβανόταν να απομακρύνεται δολίως απο το πεδίο της συγκρούσεως.

Ο οπλίτης ο οποίος στο πεδίο της μάχης θα εδείλιαζε, έθετε σε άμμεσο κίνδυνο την ζωή του,την ζωή των συντρόφων του και όλου του στρατεύματος φυσικά, αφού ανήκαν όλοι σε ένα πλέγμα πλήρως λειτουργικό.Πρόδιδε τον εαυτόν του,τα πιστεύω του,την Πατρίδα,τους συμπολεμιστές,τις οικογένειες όλων,την Σπάρτη.

Η Φάλαγξ έφθασε στο τεχνικό αποκορύφωμα της, μέσω της Λακωνικής πολεμικής πρακτικής.Η Φάλαγξ όμως προυπέθετε υπερβολικά σφιχτή τάξη,ζυγούς,οργάνωση.Το παραμικρό ατόπημα,εκουσίως η ακουσίως,μετεδίδετο σαν ενεργειακό κύμα, που κατέστρεφε όλο το στράτευμα.Η τουλάχιστον το επηρέαζε σφόδρα.Αυτό το γνώριζαν όλοι άριστα,το γνώριζε και η Σπαρτιάτισσα μητέρα που λόγω σοφίας και γνώσεως των συνθηκών, εδιδε εντολή στον ένστολο γιό της Η ΤΑΝ Η ΕΠΙ ΤΑΣ δηλ να γυρίσει νικητής μεταφέροντας την Ασπίδα του η να τον φέρουν νεκρόν επάνω σε αυτήν.

Η έννοια της τιμής και της ανδρείας, μαζί με το διαρκώς ζείν κατά φύσιν και διαρκώς φιλοσοφείν, ήταν ο πυρήνας της Λακωνικής ζωής.Η κοσμοθεωρία του Σπαρτιάτου, αφορούσε την Ορθή αντιμετώπιση της Ζωής και του Θανάτου.Των δυο αλληλένδετων όψεων.Των δύο πυλών που η μία οδηγεί στην άλλη.Ας μην ξεχνούμε το πανάρχαιο έθιμο της ταφής των νεκρών στα προαύλια των οικιών ,και μάλιστα κατα το ήμισυ μέσα στην γη,ώστε να γίνεται ορατή η τρομερή μεταβολή του σώματος και να κατανοούν όλοι την φθαρτή φύση της ύλης. Η μάλλον τον εν γένει προρισμό της να μεταβάλλεται,αφού θάνατος πλήρης δεν νοείται,ούτε ανυπαρξία φυσικά.

Η κοινωνική ζωή,μαζί με την ζωή του στρατοπέδου αλλά και τις πολεμικές επιχειρήσεις ηταν κυρίως εκπαίδευση,πρακτική,κ αι υλοποίηση των Ιδεών της Σπάρτης.Ο Πόλεμος δεν αποσκοπούσε σε νίκες για εξουσία και υλικές απολαβές παρα μόνον σε διαρκή εφαρμογή σκέψεως,θεωρημάτων,στ ρατηγημάτων που αποτελούσαν το εκπαιδευτικό σύστημα τους.Κυρίως όμως ήταν το αναγκαστικό μέσον εγκαθιδρύσεως Πολιτευμάτων Αμμεσης Δημοκρατίας στις Ελληνικές Πόλεις Κράτη.Απαραίτητη λοιπόν η συνεχής πίστις σε ιδανικά,η ατελείωτη επιμονή για την πραγματοποίηση των στόχων.Και πρωτίστως Αρετή.Πολεμική Αρετή.Το άλλο άκρον απο αυτό της δειλίας.

Αν αναλογισθούμε τούς ατελείωτους πολέμους που ιστορικά, η Σπάρτη πήρε μέρος, και μάλιστα πολλούς εξ αυτών, τους εξετέλεσε μόνη,απορούμε πώς, συγκεκριμένος αριθμός ανθρώπων, οι οποίοι, αποτελούσαν τους πολίτες και φυσικά τον στρατό της Σπάρτης,υπερβολικά μικρός με οποιοδήποτε μέτρο σύγκρίσεως,κατάφερε να κυριαρχήσει, ενω το αναμενόμενο θα ήταν να εχει εξαφανισθεί όλος ο πληθυσμός της σε ελάχιστα χρόνια.Αντιθέτως η Σπάρτη ως δύναμις, αλλά και ως ιδέα, διήρκεσε τουλάχιστον κατά τους μετριοπαθεστέρους υπολογισμούς μια ολόκληρη Χιλιετία.Συνεχίζοντας μέσω της Ρώμης και όλων των άλλων συνεχιστών να θριαμβεύει.

Αυτό οφείλετο στην απαρράμιλη στρατηγική της που όμως εβασίζετο,στο βαθμό τόλμης και θελήσεως για δράση και πραγματοποίηση των σχεδίων,των πολιτών,οπλιτών της Σπάρτης.
Κατανοούμε πιστεύω,οτι η Σπάρτη ήταν ενα εγχείρημα που αφορούσε την ίδια,την Ελλάδα και τον κόσμο γενικώτερα.Αφορούσε τον πολιτισμό και την αληθινή,πρακτική φιλοσοφία,δηλ την ίδια την Ζωή.Η Αρετή γενικώς,και η Ανδρεία ειδικώτερα ήταν τα κλειδιά της επιβιώσεως και της επιτυχίας.Η Δειλία εσήμαινε πλήρη αποτυχία στην προσωπική φιλοσοφική πορεία του κάθε ατόμου και φυσικά της ίδιας της Σπάρτης ως Ιδέας,Προτύπου και Πράξεως.

ΑΝΑΡΤΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ

ΙΟΥΛΙΑΣ ΓΑΛΗΝΟΥ

Περί ΣΠΑΡΤΗΣ

Γράφει ο Μιχαήλ Ρούσσος

– Οι Σπαρτιάτες πολεμιστές, φορούσαν ερυθρό μανδύα, για μην διακρίνονται τα αίματα των πληγών τους και παίρνουν θάρρος οι αντίπαλοί τους.- Οι Σπαρτιάτες, δεν ρωτούσαν πόσοι είναι οι εχθροί, αλλά που είναι.- Κατά την περίοδο των Πελοποννησιακών Πολέμων, οι ασπίδες των Σπαρτιατών έφεραν πάνω τους το γράμμα «Λ» (Λακεδαιμόνιοι). Ήταν ένα είδος ψυχολογικού πολέμου, υπενθυμίζοντας έτσι συνεχώς στους αντιπάλους, ποιους ακριβώς πολεμούσαν (δηλαδή τους καλύτερους πολεμιστές στην Ελλάδα).- Όταν κάποιος ρώτησε τον βασιλιά Αγησίλαο, γιατί η Σπάρτη είναι ατείχιστη, τότε αυτός, δείχνοντας τα σώματα των Λακεδαιμονίων, απάντησε: «Αυτά είναι τα τείχη των Λακεδαιμονίων!».- Οι Σπαρτιάτες, θεωρούσαν πως αυτό που τους χάριζε τη δόξα και την ελευθερία, ήταν η περιφρόνηση προς τον θάνατο.- Στη Σπάρτη, επιτύμβιες στήλες, με αναγραφόμενο το όνομα του νεκρού, επιτρέπονταν μόνο εάν αφορούσαν πεσόντες στον πόλεμο. Στις κηδείες των Σπαρτιατών δεν υπήρχαν εκδηλώσεις πένθους και κλάματα.- Ένας Έλληνας που δοκίμασε τον μέλανα ζωμό, είπε πως τότε κατάλαβε, «γιατί οι Σπαρτιάτες βαδίζουν με τέτοια ευχαρίστηση προς τον θάνατο…».- Σε κάποια από τις Ολυμπιάδες, ένας γέροντας προσήλθε στο Στάδιο για να παρακολουθήσει τους αγώνες. Μάταια όμως προσπαθούσε να βρει μία θέση για να καθίσει. Μόλις πλησίασε το μέρος όπου κάθονταν οι Σπαρτιάτες, αυτοί αμέσως σηκώθηκαν από σεβασμό για να του προσφέρουν τη θέση τους. Οι υπόλοιποι Έλληνες που βρίσκονταν εκεί γύρω επαίνεσαν του Σπαρτιάτες. Τότε ο γέροντας είπε: «Όλοι οι Έλληνες γνωρίζουν ποιο είναι το καλό. Μόνον οι Σπαρτιάτες, όμως, το πράττουν».- Ο Λυκούργος, είχε απαγορεύσει τον καλλωπισμό. Σε όλους, γενικά, που ασχολούνταν επαγγελματικά με τον καλλωπισμό απαγόρευσε την είσοδο στη Σπάρτη, επειδή με τις επίπλαστες τέχνες τους κατέστρεφαν το πραγματικό κάλλος.- Όταν κάποιος πρόβαλε αξίωση για εγκαθίδρυση δημοκρατίας στη Σπάρτη, ο Λυκούργος του απάντησε: «Καθιέρωσε πρώτα εσύ τη δημοκρατία στο σπίτι σου…».- Όταν ο Λυκούργος ερωτήθηκε γιατί οι Σπαρτιάτες αγωνίζονται μόνο σε αγωνίσματα που δεν έχουν ανάταση χεριού, απάντησε: «Για να μην συνηθίσει κανείς να υποχωρεί στους κόπους».- Σύμφωνα με τον Λυκούργο, δεν ήταν «ούτε γενναίο, ούτε σύμφωνο προς τα ελληνικά ήθη, το να σκοτώνεις ανθρώπους που υποχωρούν».- Όταν κάποιος Σπαρτιάτης ζήτησε να μάθει για ποιον λόγο τους απαγόρευσε να πολεμούν εναντίον οχυρωμένων φρουρίων, ο Λυκούργος απάντησε: «Για να μην σκοτώνονται οι γενναιότεροί μας, από γυναίκες, ή παιδιά, ή από παρόμοιους προς αυτά ανθρώπους».- Ο Χάρριλος, ερωτώμενος γιατί επιτρέπουν στις αδέσμευτες κοπέλες να κυκλοφορούν ακάλυπτες ενώ οι παντρεμένες με κάλυμμα στο κεφάλι, απάντησε: «Επειδή οι κοπέλες πρέπει να βρουν άνδρες, ενώ οι παντρεμένες να κρατήσουν τους άνδρες τους».- Οι Σπαρτιάτισσες αθλούνταν ημίγυμνες ή και γυμνές, κάτι που θεωρούνταν εξαιρετικά προκλητικό στην υπόλοιπη Ελλάδα.- Οι μάνες των Σπαρτιατών πολεμιστών, τους έδιναν την ασπίδα τους, πριν φύγουν για τον πόλεμο, λέγοντάς τους: «Ή ταν ή επί τας» (Ή θα επιστρέψεις μ’ αυτήν νικητής, ή πάνω σ’ αυτήν, τιμημένος νεκρός).- Κάποιος Αθηναίος ρώτησε έναν Σπαρτιάτη: «Ποιά είναι η ποινή για όσους στη Σπάρτη απατούν τους συζύγους τους;». Ο Σπαρτιάτης αποκρίθηκε πως «πρέπει να θυσιάσουν έναν ταύρο, που όταν στέκεται στην κορυφή του Ταΰγετου, πίνει νερό στον Ευρώτα». Ο Αθηναίος απόρησε: «Μα υπάρχει τέτοιος μεγάλος ταύρος;». Για να εισπράξει την απάντηση του Σπαρτιάτη: «Γιατί, υπάρχει Σπαρτιάτης μοιχός;».- Ένας Λάκωνας που ρωτήθηκε για ποιον λόγο τρέφει μεγάλα γένια, εκείνος απάντησε: «Για να βλέπω τις λευκές τρίχες και να μην κάνω τίποτε ανάξιο του χρώματός τους».- Όταν κάποιος είδε σε έναν ζωγραφικό πίνακα να σφάζονται Σπαρτιάτες από Αθηναίους και έλεγε ότι είναι ανδρείοι οι Αθηναίοι, ένας Λάκωνας που έτυχε να παραβρίσκεται εκεί είπε: «Στον πίνακα».- Όταν κάποιοι Χίοι κάποτε επισκέφτηκαν τη Σπάρτη και μετά από φαγοπότι έκαναν εμετό στο χώρο των συσκέψεων των Εφόρων και αποπάτησαν πάνω στα καθίσματα που κάθονται οι Έφοροι, στην αρχή οι Σπαρτιάτες έψαχναν να βρουν μήπως οι δράστες που ασχημόνησαν ήταν συμπολίτες τους. Όταν διαπίστωσαν ότι ήταν Χίοι, ανακοίνωσαν με κήρυκα ότι επιτρέπουν στους Χίους να ασχημονούν.- Ένας που επισκέφτηκε τη Σπάρτη και επί πολλή ώρα έμενε όρθιος στηριζόμενος στο ένα του πόδι, είπε σε έναν Σπαρτιάτη: «Δεν πιστεύω, Λάκωνα, να μπορείς να σταθείς τόση ώρα στο ένα σου πόδι όση εγώ». Κι εκείνος απάντησε: «Εγώ όχι· μπορούν όμως όλες οι χήνες».- Όταν κάποιοι συνάντησαν Λάκωνες σ’ έναν δρόμο στην ύπαιθρο, τους είπαν: «Είστε τυχεροί, γιατί μόλις πριν από λίγο έφυγαν από εδώ οι ληστές». Κι εκείνοι απάντησαν: «Όχι, μα τον Ενυάλιο, εκείνοι ήταν τυχεροί, γιατί δεν μας συνάντησαν».- Ένας Σπαρτιάτης που χτυπήθηκε με βέλος και ξεψυχούσε, έλεγε ότι δεν λυπάται γι’ αυτό, για το ότι δηλαδή θα πεθάνει, αλλά γιατί χτυπήθηκε από δειλό τοξότη και προτού κάνει κάποιο κατόρθωμα.

– Ένας Λάκωνας, όταν είδε κάποιον να κάνει έρανο για τους θεούς, είπε ότι δεν χρειάζονται φροντίδα θεοί που είναι φτωχότεροί του.- Όταν κάποιος επισκέφθηκε τη Σπάρτη και είδε την τιμή που απέδιδαν οι νέοι προς τους μεγαλύτερους, είπε ότι μόνο στη Σπάρτη συμφέρει να γερνά κανείς.- Στους Σπαρτιάτες, υπήρχε η συνήθεια να μη χτυπούν την εξώπορτα, αλλά να φωνάζουν απ’ έξω.- Τον ποιητή Αρχίλοχο που επισκέφτηκε τη Σπάρτη, οι Σπαρτιάτες τον έδιωξαν αυθημερόν, διότι έμαθαν ότι υποστήριξε σε ποίημά του ότι είναι προτιμότερο να πετάει κανείς τα όπλα του στη μάχη παρά να σκοτωθεί.- Πρώτο από τα καλά και ευχάριστα, πίστευαν ότι είχε θεσπίσει για τους πολίτες ο Λυκούργος τον άφθονο ελεύθερο χρόνο, επειδή απαγορευόταν εντελώς να κάνουν χειρωνακτικές εργασίες. Τη συσσώρευση πλούτου, που συνεπαγόταν κόπο και δυσκολίες, δεν τη χρειαζόταν κανείς καθόλου, γιατί γενικά τον πλούτο τον είχε κάνει αζήλευτο και χωρίς να προσθέτει καμμιά τιμή. Τα χωράφια τους τα καλλιεργούσαν οι Είλωτες, πληρώνοντας προσυμφωνημένη αμοιβή. Και ήταν επάρατο να μισθώνει κανείς ακριβότερα, για να καλλιεργούν έτσι (οι Είλωτες) με ευχαρίστηση, έχοντας το κέρδος τους, και οι ίδιοι να μην είναι πλεονέκτες.- Μια Σπαρτιάτισσα που έμαθε ότι ο γιος της είχε σωθεί και είχε τραπεί σε φυγή από τους εχθρούς, του έγραφε: «Έχει διαδοθεί κακή φήμη για σένα- ή ξέπλυνε αυτήν πάραυτα ή αλλιώς χάσου». Μια άλλη Σπαρτιάτισσα που έμαθε ότι ο γιος της σκοτώθηκε στη μάχη κρατώντας δυνατά τη θέση του, είπε: «Θάψτε αυτόν και να αναπληρώσει τη θέση του ο αδελφός του».- Όταν ένας επαίτης ζήτησε ελεημοσύνη από έναν Σπαρτιάτη, εκείνος του είπε: «Αν σου δώσω, θα ζητιανεύεις ακόμα περισσότερο. Για την κατάστασή σου αυτή, εκτός από σένα είναι υπαίτιος και αυτός που σου έδωσε πρώτος ελεημοσύνη, γιατί σε έμαθε να είσαι οκνηρός».- Ένας Σπαρτιάτης ρώτησε τον Αγησικλή, πως κάποιος χωρίς σωματοφύλακες θα μπορούσε να ασκεί με ασφάλεια την εξουσία. Αυτός απάντησε: «Αν συμπεριφέρεται στον λαό, όπως οι γονείς στα παιδιά τους».- Στον οινοχόο που ρώτησε τον Αγησίλαο, πόσο κρασί να προσφέρει στον κάθε συνδαιτυμόνα, αυτός απάντησε: «Αν υπάρχει πολύ κρασί, δώσε όσο ζητούν, αν όμως είναι λίγο, μοίρασε σε όλους το ίδιο».- Όταν ο Αγησίλαος κάποτε ρωτήθηκε, μέχρι που φτάνουν τα σύνορα της Λακωνίας, αφού σήκωσε το δόρυ του, απάντησε: «Μέχρι εκεί που φτάνει αυτό εδώ».- Στην ερώτηση, γιατί οι Σπαρτιάτες διακρίνονται περισσότερο, ο Αγησίλαος απάντησε: «Επειδή γνωρίζουν να άρχουν και να άρχονται».- Κάποιος επαινούσε έναν ρήτορα, ο οποίος με την ευφράδεια του λόγου του, μεγαλοποιούσε μικρά και ασήμαντα πράγματα. Τότε ο Αγησίλαος είπε: «Θα θεωρούσατε σπουδαίο και έναν τσαγκάρη που θα έφτιαχνε μεγάλα παπούτσια για μικρό πόδι»;- Όταν ο Αντίοχος ο έφορος, πληροφορήθηκε ότι ο Φίλιππος έδωσε την ύπαιθρο στους Μεσσήνιους, ρώτησε αν τους έδωσε και δύναμη να την κρατήσουν.- Ο γιατρός Μενεκράτης, που είχε σημειώσει επιτυχίες σε κάποιες ξεγραμμένες περιπτώσεις και ονομάστηκε γι’ αυτό Δίας, χρησιμοποιούσε καταχρηστικά αυτή την προσωνυμία και μάλιστα τόλμησε να στείλει επιστολή στον Αγησίλαο που (πάνω-κάτω) έγραφε: «Ο Δίας Μενεκράτης εύχεται στον Αγησίλαο να είναι καλά…». Ο Αγησίλαος χωρίς να διαβάσει τα υπόλοιπα, του έγραφε απαντητική επιστολή: «Ο βασιλιάς Αγησίλαος εύχεται στον Μενεκράτη να είναι καλά στα μυαλά του».- Ο Αγησίλαος άκουσε κάποτε ότι οι σύμμαχοι δυσανασχετούσαν με τις συχνές εκστρατείες, καθώς συμμετείχαν λίγοι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι ήταν πολλοί. Θέλοντας να αποδείξει το πλήθος αυτών, διέταξε όλους τους συμμάχους να καθίσουν από το ένα μέρος ανάμεικτοι μεταξύ τους και από το άλλο χωριστά μόνοι τους οι Λακεδαιμόνιοι. Έπειτα διέταξε με κήρυκα να σηκωθούν πρώτοι οι κεραμοποιοί, και μόλις σηκώθηκαν αυτοί, διέταξε να σηκωθούν δεύτεροι οι χαλκουργοί, έπειτα οι κτίστες και στη συνέχεια οι οικοδόμοι και μετά ο καθένας που ασκούσε άλλη τέχνη. Σχεδόν είχαν σηκωθεί όλοι οι σύμμαχοι, αλλά από τους Λακεδαιμόνιους κανείς, γιατί είχε απαγορευθεί σ’ αυτούς να μαθαίνουν και να ασκούν χειρωνακτική εργασία. Έτσι, γελώντας ο Αγησίλαος, είπε: «Βλέπετε, άνδρες, πόσο περισσότερους στρατιώτες, στέλνουμε εμείς στις εκστρατείες;».- Ο Αρχίδαμος του Αγησιλάου, όταν είδε για πρώτη φορά στη Σικελία καταπελτικό μηχάνημα αναφώνησε: «Ω Ηρακλή, χάθηκε η ανδρεία του οπλίτη!».- Στον Περίανδρο, που ήταν σπουδαίος γιατρός στην επιστήμη του και με πολύ μεγάλη φήμη, αλλά έγραφε αποτυχημένα ποιήματα, ο Αρχίδαμος του Αγησίλαου είπε: «Γιατί, Περίανδρε, αντί πετυχημένου γιατρού επιθυμείς να αποκαλείσαι αποτυχημένος ποιητής;».- Όταν ο Αρχίδαμος του Αγησίλαου εισέβαλε στην Αρκαδία και έμαθε ότι θα βοηθούσαν τους εχθρούς οι Ηλείοι, τους έστειλε μια επιστολή που έγραφε: «Ο Αρχίδαμος προς τους Ηλείους: Καλό πράγμα η ησυχία…».- Όταν κάποιος σοφιστής είπε ότι ο λόγος είναι το σπουδαιότερο απ’ όλα, ο Άγης του Αρχίδαμου του είπε: «Επομένως, αν εσύ δεν μιλήσεις, δεν έχεις καμιά αξία».- Ο Ανάξανδρος του Ευρυκράτη, όταν κάποιος τον ρώτησε γιατί οι Σπαρτιάτες δεν συγκεντρώνουν τα χρήματα σε δημόσιο ταμείο, απάντησε: «Για να μη διαφθαρούν οι φύλακές τους».- Ο Αναξίλας, σε κάποιον που απορούσε γιατί οι Έφοροι δεν σηκώνονται από τη θέση τους μπροστά στους βασιλείς, αφού μάλιστα από εκείνους διορίζονται, απάντησε: «Για τον ίδιο λόγο που είναι Έφοροι».- Ο Σπαρτιάτης Ανδροκλείδης, ανάπηρος στο ένα του πόδι, κατατάχτηκε στους πολεμιστές κι όταν κάποιοι έφεραν αντιρρήσεις, εμποδίζοντάς τον λόγω της αναπηρίας του, είπε: «Δεν πρέπει να πολεμά κανείς τους εχθρούς τρεπόμενος σε φυγή, αλλά παραμένοντας στη θέση του».- Όταν κάποιος είπε στον Ανταλκίδα ότι «μόνοι εμείς σας διώξαμε πολλές φορές από τον Κηφισό», αυτός απάντησε: «Εμείς όμως ποτέ δεν σας διώξαμε από τον Ευρώτα».- Ο βασιλιάς Βρασίδας φεύγοντας σε πόλεμο, έγραψε στους Εφόρους: «Όσα σας δηλώνω θα τα πραγματοποιήσω στον πόλεμο ή θα έχω πεθάνει».- Η Αρχιλεωνίς, η μητέρα του Βρασίδα, όταν σκοτώθηκε ο γιος της και κάποιοι από τους Αμφιπολίτες που έφτασαν στη Σπάρτη την επισκέφτηκαν, τους ρώτησε αν ο γιος της σκοτώθηκε πολεμώντας γενναία και αντάξια της Σπάρτης· καθώς εκείνοι τον επαινούσαν πολύ και έλεγαν ότι στις μάχες ήταν ο καλύτερος από όλους τους Λακεδαιμόνιους, εκείνη είπε: «Ξένοι, γενναίος και ενάρετος ήταν ο γιος μου, αλλά η Σπάρτη έχει πολλούς άνδρες ανώτερους από αυτόν».- Όταν κάποιος ρώτησε τον Δημάρατο, γιατί αυτούς που ρίχνουν τις ασπίδες τους στη μάχη τούς στερούν τα πολιτικά δικαιώματα, όχι όμως και αυτούς που ρίχνουν τις περικεφαλαίες και τους θώρακες, απάντησε: «Αυτά τα φορούν για να υπερασπισθούν τους εαυτούς τους· την ασπίδα όμως την κρατούν για να υπερασπισθούν τον κοινό στρατιωτικό τους σχηματισμό».- Ερωτώμενος ο Δημάρατος γιατί ζει εξόριστος από τη Σπάρτη, ενώ είναι βασιλιάς, απάντησε: «Γιατί οι νόμοι της είναι ανώτεροι από τους βασιλείς».- Ο Ευαδαμίδας, βλέποντας τον Ξενοκράτη σε μεγάλη ηλικία, ρώτησε ποιος είναι αυτός και του απάντησαν ότι είναι ένας σοφός που διερευνά την αρετή. Τότε είπε: «Και πότε θα την χρησιμοποιήσει αν ακόμα την αναζητεί;».- Ο ναύαρχος Καλλικρατίδας, όταν οι φίλοι του Λύσανδρου απαιτούσαν να επιτρέψει σ’ αυτούς να σκοτώσουν από έναν εχθρό και να πάρουν από πενήντα τάλαντα, αν και είχε μεγάλη ανάγκη από χρήματα για τρόφιμα για τους ναύτες του, δεν το επέτρεψε. Και ο Κλέανδρος, σύμβουλός του, είπε: «Εγώ, αν ήμουν στη θέση σου, θα τα έπαιρνα». Και εκείνος απάντησε: «Και εγώ θα τα έπαιρνα, αν ήμουν στη θέση σου».- Κατά τη ναυμαχία των Αργινουσών, το 406 π.Χ., ενώ η έκβαση ήταν αρνητική για τους Σπαρτιάτες, κάποιος πρότεινε στον ναύαρχο Καλλικρατίδα να φύγει για να σωθεί. Αυτός τότε απάντησε: «Χρέος μου είναι να ακολουθήσω τον νόμο: Να νικήσω ή να πεθάνω. Πεθαίνοντας, η Σπάρτη δεν θα ζημιωθεί, ενώ αν υποχωρήσω θα ταπεινωθεί».- Κάποιος σοφιστής που μιλούσε για ανδρεία, έκανε τον Κλεομένη να γελάσει, κάτι που ενόχλησε τον σοφιστή. Τότε ο Κλεομένης του είπε: «Μην ενοχλείσαι… Το ίδιο θα έκανα κι αν ένα χελιδόνι μιλούσε γι’ αυτήν. Αν μιλούσε όμως ο αετός, θα επικρατούσε απόλυτη σιωπή…».- Ο Λεωτυχίδης, όταν κάποιος τον ρώτησε να μάθει για ποιόν λόγο οι Σπαρτιάτες πίνουν λίγο κρασί, απάντησε: «Για να μην αποφασίζουν άλλοι για μας, αλλά εμείς για τους άλλους». – Όταν σε μια πόρτα τυλίχθηκε γύρω από το κλειδί ένα φίδι και οι μάντεις έλεγαν στον βασιλιά Λεωτυχίδη του Αρίστωνα ότι είναι παράξενο σημάδι, αυτός απάντησε: «Θα ήταν παράξενο σημάδι, αν το κλειδί τυλίγονταν γύρω από το φίδι».- Προς τον Φίλιππο, τον ιερέα του Ορφέα, που ήταν πάμπτωχος και έλεγε ότι όσοι είχαν μυηθεί απ’ αυτόν θα ζούσαν ευτυχισμένοι μετά το τέλος της ζωής τους, ο Λεωτυχίδης του Αρίστωνα του είπε: «Γιατί λοιπόν, ανόητε, δεν πεθαίνεις, για να παύσεις να θρηνείς τη δυστυχία και τη φτώχεια σου;».- Κάποιος Σπαρτιάτης σε μια μάχη, έχοντας υψώσει το ξίφος του να το καταφέρει εναντίον ενός εχθρού, μόλις δόθηκε το σύνθημα παύσης της μάχης, δεν ολοκλήρωσε το χτύπημα. Όταν κάποιος τον ρώτησε γιατί δεν σκότωσε τον εχθρό, ενώ τον είχε του χεριού του, απάντησε: «Διότι καλύτερο από το να σκοτώνεις είναι να υπακούς στον αρχηγό».- Σ’ έναν Λάκωνα που έχανε στην πάλη κατά τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων, κάποιος του είπε: «Ο αντίπαλός σου, Λάκωνα, αποδείχτηκε ανώτερος από σένα» Κι εκείνος απάντησε: «Όχι ανώτερος, αλλά καλύτερος στην τέχνη της πάλης».- Σε κάποιους Θηβαίους που έφερναν ζωηρές αντιρρήσεις για κάποιο θέμα, οι Σπαρτιάτες είπαν: «Πρέπει, ή να χαμηλώσετε τους τόνους, ή να έχετε ισχυρότερη πολεμική δύναμη».- Κάποιος, ρώτησε έναν Σπαρτιάτη: «Γιατί έχετε μικρά τα ξίφη σας;». Κι ο Σπαρτιάτης απάντησε: «Για να πολεμάμε τους εχθρούς από κοντά».- Επειδή ο Πίνδαρος έγραψε ότι, «στήριγμα της Ελλάδος είναι η Αθήνα», ένας Σπαρτιάτης παρατήρησε: «Αν η Ελλάδα ακουμπούσε σε τέτοιο στήριγμα, θα είχε γκρεμισθεί».- Κάποιος Σπαρτιάτης ρωτήθηκε για κάτι και απάντησε αρνητικά κι όταν εκείνος που τον είχε ρωτήσει του είπε ότι ψεύδεται, του απάντησε: «Βλέπεις λοιπόν ότι είσαι ανόητος, αφού ρωτάς για πράγματα που γνωρίζεις;».- Κάποτε επισκέφτηκαν Λάκωνες πρεσβευτές τον τύραννο Λύγδαμη, κι επειδή εκείνος, προσπαθώντας να τους αποφύγει, ανέβαλλε πολλές φορές τη συνάντηση, και τελικά κάποιος είπε σ’ αυτούς ότι ο τύραννος είναι ασθενής, οι πρέσβεις του απάντησαν: «Πες σ’ αυτόν ότι, μα τους θεούς, δεν ήλθαμε να παλέψουμε μαζί του αλλά να συζητήσουμε».- Όταν ένας Λάκωνας είχε πιαστεί αιχμάλωτος σε πόλεμο και τον πουλούσαν, την ώρα που ο κήρυκας διαλαλούσε «πουλάω δούλο», εκείνος του έκλεισε το στόμα λέγοντάς του: «Λέγε ότι πουλάς αιχμάλωτο».- Ένας Σπαρτιάτης με πρόβλημα όρασης που ήθελε να πάει στον πόλεμο, ρωτήθηκε από κάποιον: «Που πας σ’ αυτήν την κατάσταση και τί νομίζεις ότι θα πετύχεις;». Αυτός τότε απάντησε: «Ακόμη κι αν δεν πετύχω τίποτε άλλο, σίγουρα θα στομώσω το ξίφος του εχθρού».- Οι Λακεδαιμόνιοι Βούλης και Σπέρχης πήγαν εθελοντικά στο βασιλιά των Περσών Ξέρξη για να τους επιβληθεί τιμωρία, που όφειλε η Σπάρτη σύμφωνα με κάποιον χρησμό, διότι σκότωσαν τους κήρυκες που είχαν σταλεί από τον Πέρση βασιλιά σ’ αυτούς. Αφού παρουσιάστηκαν στον Ξέρξη, του ζητούσαν να τους σκοτώσει με όποιον τρόπο θέλει για εξιλέωση των Λακεδαιμονίων. Κι όταν εκείνος, κατάπληκτος, τους άφησε ελεύθερους και πρότεινε σ’ αυτούς να μείνουν κοντά του, είπαν: «Και πώς θα μπορούσαμε να ζήσουμε εδώ, εγκαταλείποντας την πατρίδα και τους νόμους και εκείνους τους ανθρώπους, για χάρη των οποίων διανύσαμε τόσο δρόμο για να πεθάνουμε;». Καθώς τους παρακαλούσε επίμονα και ο στρατηγός Ίνδαρος και υποσχόταν σ’ αυτούς ότι θα τύχουν ίση τιμή με τους πιο στενούς φίλους του βασιλιά, του απάντησαν: «Μας δίνεις την εντύπωση ότι αγνοείς πόσο σπουδαίο πράγμα είναι η ελευθερία, την οποία κανένας συνετός άνθρωπος δεν θα αντάλλαζε με τη βασιλεία των Περσών».- Όταν οι Έφοροι παρατήρησαν ότι ο Λεωνίδας εκστρατεύει με λίγους άνδρες (μόλις 300) για τις Θερμοπύλες, αυτός απάντησε: «Δεν χρειάζονται περισσότεροι για την μάχη που πάμε». Καθώς πάλι εκείνοι του είπαν, «Μήπως έχεις κάτι άλλο εκτός από το να αποκλείσεις τα περάσματα;», εκείνος τους είπε: «Φαινομενικά, αλλά ουσιαστικά πάω να πεθάνω υπέρ των Ελλήνων».- Ένας στρατιώτης, πληροφόρησε τον Λεωνίδα, ότι είναι κοντά οι εχθροί. Εκείνος τότε είπε: «Επομένως, κι εμείς είμαστε κοντά τους».- Στην ερώτηση, γιατί οι άριστοι προτιμούν τον ένδοξο θάνατο αντί για την άδοξη ζωή, ο Λεωνίδας απάντησε: «Γιατί, το δεύτερο το θεωρούν κάτι το φυσικό, ενώ το πρώτο είναι προσωπική επιλογή τους».- Όταν ο Ξέρξης προσπάθησε να δελεάσει τον Λεωνίδα, δίνοντάς του την εξουσία της Ελλάδος με αντάλλαγμα την υποταγή του, εκείνος απάντησε: «Για μένα είναι πολύ ανώτερος ο θάνατος για την υπεράσπιση της Ελλάδος, από το να γίνω μονάρχης στους ομοφύλους μου».- Ο Λεωνίδας, στην απαίτηση του Ξέρξη, να παραδώσει τα όπλα, απάντησε περήφανα: «Μολών λαβέ!» («Έλα να τα πάρεις» -ή ακριβέστερα, «αφού έρθεις, πάρ’ τα»).- Στην απειλή των Περσών, ότι η πυκνότητα των βελών τους θα σκεπάσει τον ήλιο, ο Σπαρτιάτης Διηνέκης απάντησε ειρωνικά: «Καλύτερα. Θα πολεμήσουμε υπό σκιάν».- O Λεωνίδας, την τελευταία μέρα πριν την αποφασιστική μάχη των Θερμοπυλών, σύστησε σε Σπαρτιάτες και Θεσπιείς να φάνε ελαφρά για να μην δυσκολευτούν στη μάχη. «Απόψε θα δειπνήσουμε πλουσιοπάροχα στα βασίλεια του Πλούτωνος», τους είπε με αυτοσαρκασμό.-Η Γοργώ, η σύζυγος του Λεωνίδα, όταν κάποια φιλοξενούμενη φίλη είπε προς αυτήν ότι «μόνο εσείς οι Σπαρτιάτισσες κυβερνάτε τους άνδρες», απάντησε: «Γιατί μόνο εμείς γεννάμε άνδρες».- Πληροφορούμενος ο Σπαρτιάτης Λόχαγος τον θάνατο του γιου του, απάντησε: «Πάντα γνώριζα ότι ήταν θνητός και όφειλε να πεθάνει…».- Στην ερώτηση ποιο πολίτευμα είναι καλό, ο Λύσανδρος απάντησε: «Αυτό που ανταμείβει τους γενναίους και τους δειλούς όπως τους αξίζει».- Βλέποντας τους Βοιωτούς να αμφιταλαντεύονται αν θα του επιτρέψουν τη διέλευση όταν περνούσε από τη χώρα τους, ο Λύσανδρος έστειλε ανθρώπους του ζητώντας να μάθει αν θα περάσει μέσα από τα εδάφη τους με όρθια ή πλαγιαστά τα δόρατα.- Όταν ο Λύσανδρος πήγε στη Σαμοθράκη για χρησμό, ο ιερέας του ζήτησε να πει ποια ήταν η πλέον παράνομη πράξη που είχε κάνει στη ζωή του. Ο Λύσανδρος ρώτησε τότε: «Πρέπει να κάνω αυτό, επειδή το ζητάς εσύ ή οι θεοί;». Κι όταν εκείνος απάντησε ότι «το απαιτούν οι θεοί», είπε: «Βγες εσύ έξω από τον ναό και, αν με ρωτήσουν οι θεοί, θα το πω σ’ εκείνους».- Ο Πολυκρατίδας, όταν κάποτε μαζί με άλλους πήγε ως πρεσβευτής στους στρατηγούς του Πέρση βασιλιά, στην ερώτηση αυτών αν έχουν πάει με δική τους πρωτοβουλία ή με δημόσια απόφαση, απάντησε: «Αν πετύχουμε στην αποστολή μας, ήλθαμε με δημόσια απόφαση, αλλιώς, ήλθαμε με δική μας πρωτοβουλία».- Όταν ο Πεδάριτος πληροφορήθηκε ότι οι εχθροί είναι πολυάριθμοι, είπε: «Ωραία, γιατί θα γίνουμε ενδοξότεροι, σκοτώνοντας περισσότερους».- Το 338 π.Χ., μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, ο Φίλιππος Β’ της Μακεδονίας ξεκίνησε μια θριαμβευτική πορεία στις πόλεις της νοτίου Ελλάδος για να εδραιώσει την πανελλήνια συμμαχία κατά των Περσών. Οι Σπαρτιάτες δεν του επέτρεψαν να μπει στην πόλη τους. Τότε ο Φίλιππος τους διεμήνυσε πως αν κυριεύσει την πατρίδα τους, δεν θα πρέπει να περιμένουν κανένα έλεος. Και οι Σπαρτιάτες του απάντησαν λακωνικά, με μία μόνο λέξη: «Αν».- Όταν ο Φίλιππος κάλεσε τους Σπαρτιάτες να επιλέξουν τι από τα δύο θέλουν, να μπει στην πόλη τους ως φίλος ή ως εχθρός, αυτοί απάντησαν: «Ουδέτερον» (Ούτε το ένα, ούτε το άλλο).

– Το 336 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος συγκάλεσε στην Κόρινθο συνέδριο για να αναγνωριστεί ως στρατηγός-αυτοκράτωρ για την εκστρατεία εναντίον των Περσών. Οι Σπαρτιάτες αρνήθηκαν, λέγοντας: «Οι Λακεδαιμόνιοι έχουν μάθει να ηγούνται των Ελλήνων και όχι να τους ακολουθούν».