Η ιστορία του Πόντου

Η ονομασία Πόντος.

Η λέξη Πόντος απαντά πρώτη φορά στον Όμηρο με τη σημασία θάλασσα και συνοδεύεται συνήθως από επίθετα, όπως ατρύγετος, οίνοψ, ηεροειδής, ιχθυόεις, απείρων, ευρύς, ιοειδής, μέλας κτλ. Ορισμένες φορές συνδέεται και με συγκεκριμένες θάλασσες, π.χ. Ικάριος Πόντος, Θρηίκιος Πόντος. Κατά το Στράβωνα, ο επικός ποιητής γνωρίζει καλά τον Εύξεινο Πόντο αφού αναφέρεται στον Ιάσονα, τη Μήδεια, τον Αιήτη, τους Κόλχους κτλ.

Ο Ησίοδος αναφέρει τον Πόντο ως τροφέα και γεννήτορα ορισμένων θεών, συνήθως με το επίθετο αλμυρός. Ο ποιητής μνημονεύει ακόμη ως παιδιά του θεού Πόντου τον ενάλιο γέροντα Νηρέα, το Φόρκυ, την Κητώ και την Ευρύβια.

Στους ποιητές, πάντως, ως πόντος κυρίως νοείται η μεγάλη και απλωτή θάλασσα, ενώ η λέξη από τους πεζογράφους στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιείται για να δηλώσει συγκεκριμένα πελάγη. Παρά ταύτα, όμως, ορισμένες φορές ονομάζει πορθμούς, στενές θάλασσες που ενώνουν άλλες, μεγαλύτερες, π.χ. Ελλήσποντος, Ρέας Πόντος κτλ.

Στον Ηρόδοτο, ο αποθεοποιημένος Πόντος αναφέρεται με τρόπο συγκεχυμένο. Ο πατέρας της Ιστορίας γνωρίζει για παράδειγμα τον Εύξεινο, αλλά αγνοεί τον Πόντο ως το όνομα του βορειανατολικού τμήματος της Μικράς Ασίας. Σε μια περίσταση μάλιστα μνημονεύει το εσωτερικό του Πόντου, υπονοώντας το μέρος της Ευρώπης που βρέχεται από τον Εύξεινο. Πόντο επίσης ονομάζει και τη Μεσόγειο. Επιπλέον, ενώ ξέρει καλά τους λαούς της περιοχής, παρουσιάζεται να έχει λαθεμένες ιδέες τουλάχιστον για το βόρειο τμήμα του Εύξεινου, αφού μιλώντας για τη Μαιώτιδα, που την ονομάζει μητέρα του Ευξείνου, υποστηρίζει ότι είναι μεγαλύτερη απ’ αυτόν.

Ο όρος ως ο Πόντος ή απλώς ως Πόντος από τον Ε’ π.Χ. αι. αρχίζει να υπονοεί τον Εύξεινο και χρησιμοποιείται έτσι από τους Αισχύλο, Θουκυδίδη, Ευριπίδη, Αριστοφάνη, Αριστοτέλη κ.ά.

Ο Ξενοφώντας, όμως, είναι ο πρώτος «Ελλαδίτης» συγγραφέας που περιέρχεται την περιοχή, γνωρίζει τους λαούς της και καταγράφει συστηματικά, μαζί με την πορεία των Μυρίων, τόσο αυτούς όσο και ονόματα βουνών, ποταμών κτλ.

Έπειτα από τον Ξενοφώντα κυρίως, οι γεωγράφοι και οι συγγραφείς Πόντο αποκαλούν τη νότια περιοχή του Εύξεινου Πόντου, που περιλαμβάνει τον παραλιακό χώρο ανάμεσα στον Άλυ ποταμό και την Κολχίδα, ανατολικά της Τραπεζούντας, από την πόλη Διοσκουριάδα ως το δυτικό τμήμα της Σινώπης.

Ο όρος αρχίζει να σημαίνει τη βορειοανατολική περιοχή της Μικράς Ασίας από τους χρόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου και έπειτα. Ως τότε ο γεωγραφικός αυτός χώρος αναφερόταν συνήθως ως «Καππαδοκία η προς Πόντω». Η χρήση του πάντως γενικεύτηκε μετά την ίδρυση του βασιλείου των Μιθριδατιδών (του βασιλείου του Πόντου). Η λέξη με τη σύγχρονη σημασία της χρησιμοποιείται από τον Γ’ π.Χ. αι. κι ύστερα από πολλούς συγγραφείς (Στράβωνας, Αππιανός κ.ά.). Παρόμοια χρήση της κάνει και ο συγγραφέας της Επιστολής Πέτρου, στην Καινή Διαθήκη.

Παράγωγα ή σύνθετα της λέξης, χρησιμοποιούμενα από τους αρχαίους, είναι: το ρ. ποντίζω (Αισχύλος, Σοφοκλής κ.ά.)·, Ποντάρχης και Πόνταρχος (σε επιγραφ. της Ολβιούπολης, επίθετο του Αχιλλέα), πόντισμα (Ευριπίδης), ποντιστής (Παυσανίας), ποντοπορεύω (Οδύσσεια 277 ε), ποντοβαίνω (Θεόδωρος Δούκας Λάσκαρις), ποντοκράτωρ (Ορφ. Ύμν 16b), ποντόθεν (Ιλιάδα Ξ 395) κτλ. Στα τελευταία ελληνιστικά/ρωμαϊκά χρόνια, το όνομα Πόντος συνοδεύεται από τα επίθετα Γαλατικός, Καππαδοκικός, Πολεμωνιακός.


Ο Πόντος στην Αρχαιότητα

Τοποθετώντας την περιοχή του Πόντου σε ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο κατά την αρχαιότητα, μπορούμε να τη χωρίσουμε στις εξής ιστορικές περιόδους:


Προελληνική αρχαιότητα

Σύμφωνα με πληροφορίες των Ηρόδοτου, Αισχύλου, Ξενοφώντα, καθώς και του Στράβωνα, στο εσωτερικό της ποντιακής γης ζούσαν διάφοροι γηγενείς λαοί, μερικοί από τους οποίους τα κατοπινά χρόνια εξελληνίστηκαν ή, κατά τη ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο, σταδιακά εκχριστιανίστηκαν. Από τους λαούς αυτούς γνωστοί στους Έλληνες υπήρξαν οι Κόλχοι ή Λαζοί, οι οποίοι κατοικούσαν στην περιοχή της Λαζίας, ανατολικά της Τραπεζούντας, και είχαν πάρει το όνομά τους από τον απόγονο του Αιήτη, Κόλχο. Διακρίνονταν δε, σε πολλές φυλές όπως Μαχελόνες, Ζυνδρείτες, Άψιλες, (Αψίλιους), Αβασγούς κ.ά. και, κατά τους Ηρόδοτο και Διόδωρο Σικελιώτη, ήταν αιγυπτιακής καταγωγής, υπολείμματα των στρατευμάτων του Αιγυπτίου βασιλιά Σέσωστρη, που είχε εκστρατεύσει στον Πόντο. Άλλοι ντόπιοι λαοί υπήρξαν οι Λευκόσυροι, που θεωρούνταν άποικοι των Ασσυρίων και κατοικούσαν κυρίως στην Καππαδοκία, σε μια περιοχή που εκτεινόταν μεταξύ του Άλυ και του Ίρη ποταμού. Τμήμα των εδαφών γύρω από τη Χαλδία κατοικήθηκε από τους Χαλδαίους της Μεσοποταμίας, οι οποίοι αργότερα στον Όμηρο συναντώνται ως Χάλυβες ή Χάλδοι (κύρια απασχόλησή τους ήταν η μεταλλουργία), και αναφέρεται ότι μετακινήθηκαν στα δυτικά μέρη της Κολχίδας, δημιουργώντας περιοχές που η ονομασία τους παρέμεινε και πολύ αργότερα, όπως τα Κοτύωρα και η Κερασούντα. Στο εσωτερικό του Πόντου κατοικούσαν επίσης και άλλα ιθαγενή φύλα, όπως οι Μοσσύνοικοι, των οποίων η περιοχή εκτεινόταν από την Κερασούντα ως την Τρίπολη, οι Δρίλες, που εντοπίζονται νότια της Τραπεζούντας και θεωρούνταν γενναίοι, οι γειτονικοί Μάκρωνες ή Μακροκέφαλοι, που συναντώνται επίσης και ως Σάννοι ή Τζάνοι, ενώ προς την ανατολική πλευρά αναφέρονται οι Κερκίτες και οι Ταόχοι. Στην περιοχή γύρω από το Φάση ποταμό κατοικούσαν οι Φασιανοί, ενώ ως κάτοικοι του Πόντου αναφέρονται ακόμη οι Σάσπειρες, οι Βέχειροι, οι Βυζήρες, όπως και οι Κίσσιοι, οι Τιβαρηνοί και οι Παφλαγόνες, των οποίων η περιοχή, ενώ αρχικά βρισκόταν ανάμεσα στη Βιθυνία και τη Γαλατία, κατά τη βυζαντινή περίοδο συμπεριλήφθηκε στον Πόντο. Γεγονός παραμένει ότι όλα αυτά τα ντόπια φύλα γνώρισαν την ασσυριακή και στη συνέχεια την περσική κατάκτηση (6ος αι. π.Χ.), χωρίς να αναπτύξουν καμιά εσωτερική ενότητα μεταξύ τους, διατηρώντας ξεχωριστή το καθένα θρησκεία, γλώσσα και συνήθειες.


Ο ελληνικός αποικισμός

Η πρώτη επαφή του ελληνικού στοιχείου με την περιοχή του Πόντου συνδέεται με την αχλύ του μύθου, αφού επιβεβαιώνεται από τις μυθικές παραδόσεις του χρυσόμαλλου δέρατος που, κατά την παράδοση, βρισκόταν στην παραλιακή περιοχή του Εύξεινου Πόντου, Κολχίδα, και του ταξιδιού των Αργοναυτών. Σύμφωνα με τις σωζόμενες γραπτές μαρτυρίες του Πίνδαρου, των «Αργοναυτικών» των Απολλώνιου Ρόδιου, του Βαλέριου Φλάκκου και του Απολλόδωρου, η αργοναυτική εκστρατεία οργανώθηκε από τον Ιάσονα, γιο του εκτοπισμένου βασιλιά της Ιωλκού, Αίσονα, τον οποίο ακολούθησαν πολλοί μυθικοί ήρωες και αρκετοί Μινύες, λαός με ποντιακές ρίζες καταγωγής και αξιοθαύμαστη ικανότητα στις εμπορικές συναλλαγές. Οι Αργοναύτες έπειτα από πολυάριθμες περιπέτειες στα παράλια του Αιγαίου και αφού πέρασαν από τη γυναικοκρατούμενη Λήμνο, τη Σαμοθράκη, την Κύζικο, τη Μυσία, τη Θράκη, τις Συμπληγάδες Πέτρες, έφτασαν στην ποντιακή Κολχίδα. όπου βρήκαν ισχυρή υποστήριξη από την Κόρη του βασιλιά Αιήτη, Μήδεια, η οποία μέσω των εντυπωσιακών γνώσεών της για τη χρησιμοποίηση φαρμάκων και μαγικών βοτάνων (σύμφωνα με άλλες παραλλαγές της μυθικής αφήγησης, η Μήδεια είχε μαγικές ικανότητες), βοήθησε τον Ιάσονα να πάρει το χρυσόμαλλο δέρας και τελικά τον ακολούθησε στο ταξίδι της επιστροφής στην Ιωλκό, αφού τον παντρεύτηκε.

Πέρα από το θρύλο και, όπως συμπεραίνεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα της εποχής αυτής που βρέθηκαν σε παραλιακές πόλεις του βόρειου και νότιου Εύξεινου Πόντου, οι Έλληνες έφθασαν στον Εύξεινο Πόντο πριν από το 1000 π.Χ., γνώμη που επιβεβαιώνεται και από την ονομασία «άξεινος» Πόντος, επίθετο με το οποίο οι Έλληνες περιέγραψαν τα «μαύρα», «σκοτεινά» νερά της περιοχής. Άλλωστε είναι γνωστό ότι ο Εύξεινος Πόντος κατέληξε να ονομάζεται Μαύρη Θάλασσα, αν και για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα η λέξη «άξεινος» είχε παρερμηνευθεί και συνδυαστεί με το χαρακτηρισμό αφιλόξενος ή «εύξεινος» (=φιλόξενος) για τους ταξιδιώτες. Ο μύθος του χρυσόμαλλου δέρματος συνδέεται με την Κολχίδα, χώρα που τοποθετείται από τους αρχαίους γεωγράφους στην περιοχή της Τραπεζούντας και κυρίως στο ανατολικό τμήμα της. Εδώ σημειώνεται ότι οι κάτοικοι της κοιλάδας, η οποία διαρρέεται από τον ποταμό Φουρτούνα, είχαν ως κύρια απασχόληση τη συλλογή ψηγμάτων χρυσού, τα οποία ξεχώριζαν μέσα από το νερό βυθίζοντας δέρματα ζώων, πάνω στα οποία επικολλούνταν οι κόκκοι του χρυσού. Όσον αφορά τη μυθική εκδοχή της Μήδειας, προφανώς είναι εμπνευσμένη από τη φήμη του Πόντου για τα πολυάριθμα και ποικιλοειδή βότανά του.

Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα πότε ιδρύθηκαν οι ελληνικές αποικίες στις νότιες ακτές του Εύξεινου Πόντου, αλλά γενικά αποδεκτή είναι η εποχή γύρω στα μέσα του 8ου-αρχές 7ου αι. π.Χ.· ως αιτία της ίδρυσής τους υποστηρίζεται η αναζήτηση στην περιοχή του Πόντου αλιευτικών και γεωργικών προϊόντων, καθώς και το πλούσιο σε μεταλλεύματα υπέδαφος.

Η Σινώπη, η Αμισός και η Τραπεζούς,
σύμφωνα με τις γραπτές (πλην όμως αντικρουόμενες) πηγές, αποικίστηκαν στα μέσα του Η’ αι. κυρίως από τους Μιλήσιους, αν και οι σχετικές πληροφορίες δεν επιβεβαιώθηκαν από αρχαιολογικά δεδομένα. Για παράδειγμα, τα αρχαιότερα ελληνικά αγγεία της Σινώπης χρονολογούνται μόλις στα 600 π.Χ.

Στους Μιλήσιους
εκτός αυτών των πόλεων, αποδίδεται και ο εποικισμός της Άμαστρης/Τιείου, στους Μεγαρείς ο αποικισμός της Ποντικής Ηράκλειας (ή στους Μιλήσιους), ενώ κατ’ άλλες πηγές η Αμισός αποικίστηκε από τους Φωκαείς.

Ίσως η έλλειψη αρχαιολογικών ευρημάτων, που να επιβεβαιώνουν την ίδρυση αυτών των αποικιών να οφείλεται στο ότι αρχικά όλες τούτες οι αποικίες θα ήταν απλά εμπορεία (αποικίες εκμεταλλεύσεως/εμπορικοί σταθμοί), που κατά το χρόνο μετέβαλλαν το χαρακτήρα τους και έγιναν ολοκληρωμένες πόλεις. Ίσως, πάλι, οι αρχικοί άποικοι να περιορίζονταν αποκλειστικά στα όρια των εμπορείων/πολισμάτων, πράγμα που βεβαιωμένα συνέβαινε σε ορισμένες απ’ αυτές, π.χ. στη Φάσιδα (ως ιδρυτής της οποίας φέρεται ο Μιλήσιος Θεμισταγόρας, περί το 570 π.Χ.).

Από την άλλη, όμως, είναι παράλογο να υποθέτουμε ότι οι Μιλήσιοι περίμεναν ως το 657 π.Χ. — χρονιά που ιδρύθηκε η Ίστρια — για να περάσουν το Βόσπορο και να εμπορευτούν με τους γηγενείς λαούς, που κατοικούσαν τα παράλια του Ευξείνου. Άλλωστε οι σχετικοί μύθοι επιβεβαιώνουν την αρχαιότατη επικοινωνία των Ελλήνων μ αυτή την πλευρά του κόσμου.

Τα ελληνικά πλοία, αφού περνούσαν τις Κυανές ή Πλαγκτές Πέτρες ή απλώς Συμπληγάδες — τους ύφαλους που και σήμερα φανερώνονται, όταν τραβιούνται τα νερά, 30 χλμ. βορειότερα από το Βυζάντιο/Κωνσταντινούπολη — ταξίδευαν κατά μήκος των ακτών του Πόντου φτάνοντας ως τη σημερινή Δυτική Γεωργία. Ο τρόπος που ποντοπορούσαν σχετίζεται άμεσα με την ίδρυση των αποικιών: Πήγαιναν πάντα κοντά στις ακτές, κάποτε σταματούσαν να πάρουν νερό και να μαγειρέψουν και άμα τους άρεσε ο τόπος, έχτιζαν σ’ αυτόν το εμπορείο/αποικία.

Οι λόγοι που ώθησαν προς τον Πόντο τους πρώτους αποικιστές και τις μητροπόλεις τους ήταν καθαρά οικονομικοί. Από την περιοχή έφερναν στην κυρίως Ελλάδα σίδηρο, χαλκό, άργυρο, χρυσό, αλάτι, αλίπαστα, κιννάβαρι, μίλτο, λινάρι, ξυλεία, κατάλληλη για ναυπήγηση, σιτηρά, δέρματα, μαλλί, κερί, μέλι, ζώα και δούλους. Τουλάχιστον τον Η’ και τον Ζ’ αιώνα, όμως, το κυρίως ζητούμενο από τους Έλληνες στις περιοχές αυτές ήταν τα μέταλλα.

Οι Μεγαρείς που ίδρυσαν στη θέση ενός παλαιότερου φοινικικού εμπορείου, περί το 560 π.Χ., την Ηράκλεια Ποντική γνώριζαν καλά ότι οι αυτόχθονες της περιοχής διεκδικούσαν τα ορυχεία σιδήρου του ποταμού Σαγγάριου από τους δυτικούς γείτονές τους. Άλλωστε στα βορειοανατολικά της πόλης τους βρίσκονταν ορυχεία γαιανθράκων (στο σημερινό Ζουγκουλντάκ), ενός υλικού που ήταν απαραίτητο για την τήξη του σιδήρου. Οι άποικοι βέβαια δεν ασχολήθηκαν με την εξόρυξη και την κατεργασία των μεταλλευμάτων, μόνο με το εμπόριό τους και όχι αποκλειστικά μ’ αυτό. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα ορισμένοι ωθήθηκαν από άλλα κίνητρα. Τους Σινωπείς, που απώθησαν, υπέταξαν ή αντικατέστησαν τους πρώτους κάτοικους της περιοχής και της πόλης τους, τους Λευκόσυρους, απασχόλησε περισσότερο η αλιεία, και η νέα πατρίδα τους έγινε γνωστή για τους περίφημους ψαρότοπους που διέθετε.

Πάντως, οι ιστορικοί που ασχολούνται με τη μεταλλουργία πείθονται, όσο περνάει ο καιρός, ότι η επεξεργασία του σιδήρου και σφυρηλάτηση του ξεκίνησαν λίγο νοτιότερα από την Τραπεζούντα, στην Περιοχή των Χαλύβων, σε ένα χώρο που ελέγχονταν απόλυτα από τους Χετταίους. Η αλληλογραφία των Χετταίων βασιλέων άλλωστε με τους αδελφούς τους της Αιγύπτου (τους Φαραώ) είναι ενδεικτική.

Η αναφορά από τον Όμηρο της μυθικής Αλύβης ως αργύρου γενέθλης αποτελεί εξάλλου ισχυρή ένδειξη ότι οι Έλληνες της γεωμετρικής εποχής ήξεραν που είχε γεννηθεί η τέχνη της επεξεργασίας του ασημιού. Και σήμερα ακόμη στην ενδοχώρα του Πόντου λειτουργούν ή υπολειτουργούν μια σειρά αρχαία ορυχεία, όπως της Μερζιφούντας, της Νεοκαισάρειας, της Κολώνειας, της Παϊπούρτης κτλ., ενώ στην Καισάρεια της Καππαδοκίας οι Τούρκοι εκμεταλλεύονται τα απόβλητα των αρχαίων ορυχείων.

Εκτός, όμως, από το σίδηρο και τον άργυρο, η περιοχή πρόσφερε και χαλκό, κασσίτερο και χρυσάφι. Το χρυσόμαλλο δέρας εξάλλου θα έλκυσε πολλούς στην Κολχίδα, όπου ως πριν από λίγο καιρό οι ντόπιοι στην περιοχή του Καυκάσου μάζευαν τη χρυσόσκονη από τους ποταμούς με προβιές, τις οποίες στη συνέχεια έκαιγαν για να πάρουν καθαρό το χρυσάφι.

Πάντως, οι ελληνικές αποικίες του Πόντου προόδεψαν πολύ γρήγορα, πλούτισαν και με τη σειρά τους ίδρυσαν και κείνες νέες αποικίες/πόλεις. Έτσι, η Σινώπη δέκα μόλις χρόνια μετά την ίδρυσή της, εμφανίζεται να ιδρύει την Τραπεζούντα και αμέσως αργότερα την Κερασούντα και τα Κοτύωρα, ενώ η Ηράκλεια στήνει τη δική της αποικία, Κάλλατη, στις ευρωπαϊκές ακτές του Ευξείνου.

Οι άποικοι,
φεύγοντας από τη Μίλητο ή τα Μέγαρα, όπως και σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις, έπαιρναν το ιερό πυρ από την εστία της μητρόπολης, και με επικεφαλής τους τον οικιστή, έναν πολίτη ευγενούς καταγωγής, δημιουργούσαν την καινούρια πόλη, δίχως να αποκοπούν από τη μητρόπολή τους, βέβαια. Τις σχέσεις αποικίας-μητρόπολης ρύθμιζαν πάντα ορισμένες συμβάσεις/συνθήκες. Για την Τραπεζούντα, τα Κοτύωρα και την Κερασούντα, όπως μας πληροφορεί ο Ξενοφών (Κύρου Ανάβασις), η Σινώπη όριζε αρμοστές και ορισμένες φορές επέβαλλε φόρους. Στα εσωτερικά των αποικιών της, όμως, δεν πρέπει να επενέβαινε άμεσα. Η επέμβασή της γινόταν μόνο σε περιστάσεις διχοστασίας ανάμεσα στους πολίτες της αποικίας ή σε περιπτώσεις που εξωτερικοί παράγοντες απειλούσαν τις νέες πόλεις, όπως π.χ. η έλευση των μυρίων στην Τραπεζούντα.

Η Τραπεζούντα, η σημαντικότερη αποικία της Σινώπης, σε διάστημα τριών χιλιετηρίδων έγινε η ονομαστότερη πόλη του Πόντου, διατηρώντας σε υψηλούς αριθμούς τον πληθυσμό της και σε υψηλά επίπεδα την πολιτική της ακμή και το εμπόριό της, καθιστάμενη, έτσι, μητρόπολη της όλης περιοχής του Ευξείνου. Σύμφωνα με το Χρονικό του Ευσέβιου, η ίδρυση της πόλης της Τραπεζούντας τοποθετείται χρονικά στο 756 π.Χ.. δηλ. λίγο πριν από την ίδρυση της Ρώμης και 100 χρόνια πριν από την ίδρυση του Βυζαντίου. Ως οικιστής της αναφέρεται ο Άσκρης, πιθανόν Μιλήσιος ευγενής, ενώ πήρε την ονομασία της από τους τραπεζοειδείς λόφους που την περιστοίχιζαν.

Προς την κατεύθυνση των βορειοανατολικών παραλίων του Εύξεινου Πόντου συναντάμε και άλλες ελληνικές αποικίες, όπως τη Φάση, τη Διοσκουριάδα, το Παντικάπαιο (Κερτς), τη Θεοδοσία (Καφφα), τη Φαναγόρεια, την Τάναϊ, την Οδησσό και την Ολβία, καθώς και στη δυτική πλευρά του Πόντου την Αγχίαλο και την Απολλωνία (Σωζόπολη), οι περισσότερες από τις οποίες ήταν αποικίες των Μιλησίων. Έτσι ο Εύξεινος Πόντος απέκτησε μεγάλη σπουδαιότητα κινώντας το εισαγωγικό εμπόριο της Ελλάδας κατά τους κλασικούς και τους μεταγενέστερους χρόνους, κυρίως σε είδη ξυλείας και σιτηρών, αλλά ακόμα και δούλων, κυρίως Σκυθών.

Στις νέες πατρίδες τους, οι άποικοι ζούσαν, με εξαίρεση τις εμπορικές επαφές με τους περιοίκους, σε απομόνωση. Οι «βάρβαροι», Τιβαρηνοί, Μοσσύνοικοι, Μαριανδυνοί κ.ά. είχαν ήθη και έθιμα, συνήθειες διαφορετικές από τους Έλληνες. Το μητριαρχικό καθεστώς τους, οι γαμικές επιμειξίες τους θα προκαλούσαν την έντονη αντίθεση των αποίκων, που προτιμούσαν από το συγχρωτισμό την απομόνωση στα περιτειχισμένα πολίσματά τους. Μόνο πολύ αργότερα, την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όταν εξελληνίστηκε η Ασία, πρέπει οι Ποντικοί Έλληνες να ήρθαν σε στενότερη επαφή με τους ντόπιους. Πάντως ως τα τέλη του Ε’ π.Χ. αι. τους βλέπουμε — δύο και πλέον αιώνες μετά την ίδρυση των αποικιών — να έχουν μόνο περιορισμένες επαφές με τους αλλόφυλους της ενδοχώρας.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s