ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΔΟΛΟΦΟΝΗΣΑΝ ΟΙ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΑΙΟΙ ΤΟΝ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

Ο πόθος για την αλήθεια
Είναι ο πόθος για το θείον.

(ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ)

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, ως αρχηγός του στρατοπέδου της Βέργας, απαντά, ως ο Λεωνίδας, στον Ιμπραήμ, το 1826.

« Ελάβομεν το γράμμα σου, εις το ποίον είδωμεν να μας φοβερίζεις ότι αν δεν σου προσφέρομεν την υποταγήν μας, θέλεις εξολοθρεύσεις τους Μανιάτες και την Μάνην. Δια τούτο και ημείς σε περιμένουμεν με όσας δυνάμεις θελήσεις.»

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Έλεγα και προσπαθούσα, οι Μανιάτες να φτιάξουμε έναν ανδριάντα του Καποδίστρια, ζητώντας συγνώμη για το έγκλημα. Όταν έπιασα το βιβλίο του Κοκκινάκη «ΠΟΙΟΙ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΤΟΝ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΟΧΙ ΟΙ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΑΙ», το διάβασα, το μελέτησα, πείστηκα και άλλαξα τον αγώνα μου. Τώρα παλεύω και εγώ, η αλήθεια να φανερωθεί.
Εδώ, δεν κομίζω κάτι νέο. Η άποψη Κοκκινάκη, με έκανε να γράψω αυτό το πόνημα με την νέα ματιά στην δολοφονία, την άποψη Κοκκινάκη. Στις ζυγές σελίδες θα αναφέρω την κρατική εκδοχή, και στις μονές σελίδες, τι κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας των Μαυρομιχαλαίων, (μάρτυρες υπεράσπισης τους, δεν υπάρχουν), για το ειδεχθές έγκλημα κατά του Καποδίστρια, της συνοχής και της επέκτασης της Ελλάδας,( η σημαία της επανάστασης στην Πόλη-, η Ελλάς να είναι η δύναμη του πολιτισμού,) και γενικώς κατά της Ελλάδας. Να διαβάζει ο αναγνώστης τι του λέει η κρατική προπαγάνδα, και ακριβώς δίπλα τι λεν οι μάρτυρες για το ίδιο γεγονός. Να γίνουν έτσι από πρώτο χέρι γνωστά τα γεγονότα, και να διαπιστωθεί με την δική μας κρίση, τι έχουμε διδαχθεί και τι όχι, για το γεγονός, ώστε να μας κάνουν να πιστέψομε την εκδοχή τους. Όποιος θέλει να εντρυφήσει στην δολοφονία, σε όλες τις λεπτομέρειες της, πρέπει να ασχοληθεί με το πρωτότυπο έργο του Κοκκινάκη, γεμάτο στοιχεία, αναλύσεις, σκιαγραφήματα. Εδώ αντιγράφουμε τις καταθέσεις όπως εγράφησαν στην «ΓΕΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ», από το βιβλίο « τα φοβερά ντοκουμέντα Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ Το τίμημα της Ανεξαρτησίας» εκδόσεις Φυτράκης, όπως και την επίσημη κρατική εκδοχή, γραμμένη από τον Τάσο Βουρνά και Μαρία Σαμολαδά. Ευχαριστώ θερμά τον Δημήτρη Κοκκινάκη, για την προσπάθεια που κατέβαλε, να βρει στοιχεία και να μας αποκαλύψει την Αλήθεια ότι οι Μαυρομιχαλαίοι δεν διέπραξαν το έγκλημα, κατά του Καποδίστρια και της Ελλάδος, ότι οι Έλληνες, δεν είναι πατροκτόνοι. Ελπίζω ότι βάζω λίγο πλάτη η αποκαλυφθείσα αλήθεια Κοκκινάκη να πάει παραπέρα, με τούτο το βιβλίο.
Πολλοί με ρωτούν «Αν δεν σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι τότε ποιοι;» Εδώ μας ενδιαφέρει αν η κατηγορία ότι σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι, είναι αληθείς; Τι προκύπτει απ’ τις καταθέσεις; Σκότωσαν ή όχι; Αν σας προκύψει και ποιοι σκότωσαν, ακόμα καλύτερα. Εγώ πάντως ψάχνω εδώ να βρω, από που αποδεικνύεται ότι σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι. Τι καταθέτουν οι μάρτυρες, ποια είναι τα πραγματικά γεγονότα.

2

Η ΕΠΙΣΗΜΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ

Την κρατική εκδοχή της δολοφονίας την αντιγράφω από τον τόμο «τα φοβερά ντοκουμέντα. Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ. Το τίμημα της ανεξαρτησίας» Του Τάσου Βουρνά. Εκδόσεις Φυτρακη.

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ
27 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1831: Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΔΟΛΟΦΟΝΕΙΤΑΙ

Η Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 1831 ξημέρωσε ολόφωτη στο φθινοπωρινό Ναύπλιο…. Ο ήχος της καμπάνας τρύπωσε μέσα στ’ ασκητικό δωμάτιο του Κυβερνήτη Καποδίστρια. Σύμφωνα με τη συνήθεια του, είχε σηκωθεί αξημέρωτα και εργαζόταν στο γραφείο του, δίπλα στο κρεβάτι του. Η καμπάνα τον συνέφερε από τους λογισμούς του. «Κυριακή σήμερα» ψιθύρισε. Και άρχισε να ετοιμάζεται για να κατηφορίσει προς το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Σπυρίδωνα,…. Βγήκε στην πόρτα. Ο σωματοφύλακας του Κοζώνης, βετεράνος του Αγώνα του 21, που είχε χάσει το ένα χέρι του στα πεδία των μαχών, περίμενε στην πόρτα για να συνοδεύσει τον Κυβερνήτη στην εκκλησία. Έπαιρνε πάντα μαζί του ο μονόχειρας αγωνιστής, για περισσότερη ασφάλεια κι έναν στρατιώτη. Λέοντας ήταν το όνομα του στρατιώτη. Τον τελευταίο καιρό ο Κοζώνης είχε εντείνει την επαγρύπνηση του. Από παντού ακούγονταν ψίθυροι. εναντίον του Κυβερνήτη και μάλιστα απειλές κατά της ζωής του. Η αντιδικία του με τους Μαυρομιχαλαίους ήταν γνωστή σ’ όλο το Ναύπλιο. Και οι Μανιάτες αυτοί νικλιανοί, μέλη της πιο ισχυρής φάρας της Μάνης, είχαν απεριόριστη δύναμη,που δεν μπορούσε να την καταφρονήσει ο καθένας, αφού ήταν κι όλας κοινό μυστικό ότι πίσω τους κρύβονταν οι δύο από τις τρείς «προστάτιδες δυνάμεις» της Ελλάδας, η Αγγλία και η Γαλλία, σε αντίθεση με την Ρωσία, η οποία συμπαραστεκόταν στον παλιό της βοηθό- υπουργό των Εξωτερικών Ιωάννη Καποδίστρια.
Εννέα μήνες πριν ο Καποδίστριας είχε την τόλμη να συγκρουσθεί με τους Μαυρομιχαλαίους, συλλαμβάνοντας το γενάρχη τους Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και ρίχνοντας τον στο φρούριο του Ιτς- Καλέ με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας για υποκίνηση σε στάση κατά του Κυβερνήτη. Όταν μαθεύτηκε στη Μάνη ότι ο Πετρόμπεης κλείστηκε στην φυλακή, έτρεξε στο Ναύπλιο ο αδελφός του Κωνσταντίνος για να φροντίσει για την απελευθέρωσή, του υπόδικου. Μάταιες οι προσπάθειες, ακόμη και της μάνας του
3

Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΔΟΛΟΦΟΝΕΙΤΕ

Ο συγγραφέας σίγουρα γνωρίζει ότι τα στοιχεία δεν του βγαίνουν όπως δεν τους βγήκαν και των διαφόρων «ιστορικών» και για τούτο αρχίζει την διήγηση του με τρόπο που ξεκινούν τα παραμύθια. Θέλει να μας συνεπάρει με το παραμύθι για να μην δούμε την αλήθεια. Βάζει όμως τίτλο του έργου του ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ, που θα έπρεπε να αναφέρει γεγονότα, με κάποιες διευκρινήσεις, που κατά την γνώμη του, θα διευκόλυναν τον αναγνώστη, να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, για την δολοφονία και όχι να ξεκινά με την βεβαιότητα ότι αυτοί σκότωσαν. Στην απέναντι σελίδα, σε κάθε υπόθεση της επικρατήσας απόψεως για την δολοφονία θα βάζω τι ακριβώς λένε τα ντοκουμέντα, οι καταγραμμένες μαρτυρίες των αυτόπτων ή μη αυτόπτων μαρτύρων, έτσι ώστε αναγνώστα να δεις με τα δικά σου μάτια, τι έγινε στην δολοφονία του μέγιστου Έλληνος, του Καποδίστρια.
Ότι κυκλοφορούσαν ψίθυροι για την δολοφονία του Καποδίστρια δεν προκύπτει από έγγραφο ή μαρτυρία, ή από ενέργειες της Αστυνομίας. Ο Κοζώνης πάντα είχε μαζί του έναν ακόμη στρατιώτη για την φρουρά του Καποδίστρια, όπως και έναν ντελάλη, που ανακοίνωνε τον ερχομό του Κυβερνήτη, τον Γούτο.
Οι Μαυρομιχαλαίοι όντως ήταν ισχυροί οικογένεια. Αν θέλαν να κάνουν φονικό, χωρείς να δείξουν ότι το έκαναν αυτοί, εύκολα θα μπορούσαν να το σχεδιάσουν και να βάλουν άλλους να το εκτελέσουν και αυτοί να λείπουν, να, όπως κείνες τις μέρες έλειπε από το Ναύπλιο ο Θ. Κολοκοτρώνης . Το ότι πίσω τους ήταν η Αγγλία και η Γαλλία είναι ανακριβές. Οι Μαυρομιχαλαίοι ήσαν αυτοί οι πρώτοι που έλεγαν «μόνοι μας να κάνουμε τον αγώνα.» Ήταν αυτοί που ζητούσαν αρχή του νέου Ελληνικού κράτους έναν Έλληνα απόγονο των Βυζαντινών για να δείξουν την συνέχεια των Ελλήνων. Όταν σκοτώθηκε ο Μούρτζινος απόγονος Βυζαντινών, που τον προόριζαν για κεφαλή του κράτους, οι Μαυρομιχαλαίοι φώναξαν τον Καποδίστρια. Ο Καποδίστριας αντιδικία είχε με όλους σχεδόν τους αγωνιστές του 1821, αλλά και με την Αγγλία. Γιατί μόνον τους Μαυρομιχαλαίους αναφέρει;
Έτσι όπως το γράφει νομίζει ο αναγνώστης ότι ο Πετρόμπεης ήταν εννέα μήνες στην φυλακή, ενώ δεν ήταν.
4

Πετρόμπεη, όπου ήταν κοντά ενενήντα χρονών. Στην αρχή η γριά Μαυρομιχάλαινα είχε πείσει τον Καποδίστρια να δεχθεί το γιο της σε συνομιλία. Πράγματι η συνάντηση ορίστηκε για τις 26 Σεπτεμβρίου στο σπίτι του Καποδίστρια, παρουσία του Ρώσου ναυάρχου Ρίκορντ.
Αλλά η συνάντηση εκείνη δεν πραγματοποιήθηκε. Ο Καποδίστριας το πρωί εκείνης της ημέρας, έτυχε να διαβάσει στον «Ταχυδρόμο του Λονδίνου» ένα άρθρο, στο οποίο κατακρινόταν σφόδρα για την πολιτική του. Το άρθρο τον εξαγρίωσε και όταν η φρουρά του Ιτς –Καλέ έφερε δέσμιο στο σπίτι του τον Πετρόμπεη για την συνάντηση, ο Καποδίστριας αρνήθηκε να τον δεχθεί. Ο Πετρόμπεης ένοιωσε βαριά ταπεινωμένος.
Υπέθεσε ότι τον έβγαλαν δέσμιο και υπό φρούρηση, για να τον διασύρουν με το πήγαινε –έλα μέσα στην πόλη με τις αλυσίδες στα χέρια, σαν κακούργο. Φτάνοντας και πάλι στην φυλακή , παρακάλεσε τους φρουρούς να τον περάσουν μπροστά από το σπίτι όπου κατοικούσαν ο γιός του Γεώργιος και ο αδελφός του Κωνσταντίνος.
Κάτω από τα παράθυρα ο γέροντας, με φωνή που έτρεμε από την οργή, φώναξε: « Γεια σας μωρέ σεις παιδιά.» Πρώτος ο Γιώργος αναγνώρισε τη φωνή του πατέρα του. Όρμησε στο παράθυρο, έσκυψε και τον είδε. «Ο γέρος! Φώναξε στον θείο του»
Τρέχει και ο Κωνσταντίνος στο παράθυρο και κρεμιέται από το πρεβάζι.
«Τι κάνεις» τον ρωτούν ανήσυχοι κι οι δύο. « Τα βλέπετε!» Απαντά ο Πετρόμπεης. Οι δύο αυτές λέξεις ήταν έναυσμα για να μεταδοθεί η οργή του στους δύο άλλους. Από κείνη τη στιγμή στη συνείδηση τους γράφτηκε η απόφαση: Θα τελειώνουν με τον Καποδίστρια:..
Ο Κυβερνήτης, ξεκίνησε, καθώς είδαμε από το σπίτι του με τη συνοδεία του σωματοφύλακα του Κοζώνη και του στρατιώτη Λέοντα. Κατηφόριζε το στενό. Σχεδόν απέναντι ήταν η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα. Σ’ ένα σημείο του δρόμου συναντήθηκε με τους δύο Μαυρομιχαλαίους, θείο και ανεψιό. Ήταν λαμπροφορεμένοι λες και πήγαιναν σε μεγάλη γιορτή.
Έρχονταν πίσω του και τραβούσαν κι αυτοί για την εκκλησία. Προσπερνώντας, τον χαιρέτησαν με ευλάβεια και σεβασμό και ο Καποδίστριας τους ανταπέδωσε το χαιρετισμό.

5

Η συνάντηση των δύο ανδρών, έγινε όντως. Το ότι δεν δέχθηκε ο Καποδίστριας τον Πετρόμπεη, δεν προκύπτει από πουθενά. Από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας των Μαυρομιχαλαίων, ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ άλλα προκύπτουν, τα ακριβώς τα αντίθετα.
Ούτε, πήγαινε – έλα, στην πόλη του Πετρόμπεη έγινε, ούτε αλυσοδεμένος ήταν, αλλά ικανοποιημένος από την συνάντηση.
Όπως θα δούμε ποιο κάτω, ο Καποδίστριας με τους Μαυρομιχαλαίους πρέπει να ήταν κοντά τα σπίτια τους, δι αυτό συναντήθηκαν όταν πήγαιναν στην εκκλησία, στις 27. Άρα δεν χρειαζόταν να πάει στο κάστρο για να ζητήσει να περάσει από το σπίτι των Μαυρομιχαλαίων, οι οποίοι αποσιωπά ότι ήσαν «αρέστο», υπό περιορισμό, στο Ναύπλιο και απαγορεύετο να φύγουν, για τούτο τους φύλαγαν οι στρατιώτες.
Ο σεβασμός των Μανιατών στους γονείς και γενικά στους μεγαλύτερους τους, δεν τους επέτρεπε να τους αποκαλούν με το «γέρος». Ο συγγραφέας, βάζοντας τον Γιώργο να λέει «γέρος», θέλει να κάνει τον αναγνώστη, να τον δει ως μαφιόζο, εκτελεστή. Οικογένεια δολοφόνων τους παρουσιάζει στα απομνημονεύματα του και ο Κολοκοτρώνης. Ας δούμε την μαρτυρία κατά των Μαυρομιχαλαίων του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ. Να τη καταθέτει:
Ερωτ. Ήκουσες καμίαν φορά να συνομιλεί ο Γέρων Πετρόμπεης με τον υιόν του;
ΑΠΑΝΤ. Μίαν ημέραν ενώ επερνούσεν ο Πετρόμπεης με 4ους στρατιώτας κάτω από το σπίτι των Μαυρομιχαλαίων και εφώναξε «βρε παιδιά» και όταν εβγήκαν από το παράθυρον, τους είπε, «τι κάμνετε, τι κάμνει η νύφη μου;» και αφού τον απεκρίθησαν, καλά, τους είπε: « Ησυχάσατε, επειδή εις 5-6 ημέρας θέλομεν ανταμωθεί όλοι.» Τούτο έγινε προ τριών η τεσσάρων ημερών πριν την Κυριακή.»
Έγινε η συνάντηση του με τον Καποδίστρια, και είχε καλό αποτέλεσμα. Σε 5-6 ημέρες θα ήταν κοντά τους, ελεύθερος. Σε κάτι είχαν συμφωνήσει με τον Καποδίστρια. Μήπως αυτό που συμφώνησαν, ενόχλησε κάποιους και κινήθηκαν για να κάνουν το κακό;
Το λαμπροφορεμένοι το λέει με δόλο. Να κάνει να σκεφτούμε ότι ήταν μέρα, μεγάλης χαράς που θα σκότωναν τον Καποδίστρια. Οι Έλληνες ακόμα όταν πηγαίνουν στην εκκλησία φορούν τα «καλά τους». Η καλή φορεσιά τους, ίσα –ίσα, που δεν έκανε για φασαρίες διότι είναι βαριά και σε κάνει δυσκίνητο.
Αν όντως τον μισούσαν και θέλαν να τον σκοτώσουν 1) δεν θα του έδειχναν σεβασμό. 2) Θα τον σκότωναν εκεί στο δρομάκι που δεν υπήρχε κανένα μάτι να τους δει και εύκολη η άρνηση ότι το έκαναν ή η διαφυγή τους. Διότι το αρνήθηκαν ότι έκαναν την δολοφονία, οι Μαυρομιχαλαίοι.

6

Προχώρησαν και πριν ο Κυβερνήτης φτάσει στην εκκλησία, πήραν θέση στην είσοδο, ο ένας από εδώ, κι ο άλλος από εκεί. Αντίκρυ τους στέκονταν δύο αστυνομικοί, ενταλμένοι για την παρακολούθηση των υπόπτων αντικαποδιστριακών: οι Γιάννης
Καραγιάννης και Α. Γιώτης. Οι δύο αστυνομικοί ήταν μυημένοι στην συνομωσία. Ο Καραγιάννης, που παρακολουθούσε στενά επί σαράντα μέρες τους Μαυρομιχαλαίους, είχε τελικά συνταχθεί με το μέρος τους και υποσχέθηκε να βοηθήσει μ’ όλες του τις δυνάμεις στην «εξόντωση του τυράννου».
Ο άλλος, ο Α. Γιώργης, παρακολουθούσε αμέτοχος τη σκηνή.
Ο Καποδίστριας, πρέπει να σημειωθεί, ήταν ειδοποιημένος ότι κινδύνευε η ζωή του. Τον είχε ειδοποιήσει ο Πάνος Ράγκος, κοινός φίλος αυτού του Γιώργη Μαυρομιχάλη. Ο Τελευταίος είχε μηνύσει στον Καποδίστρια με τον Ράγκο ότι θα τον σκότωνε για την προσβολή που έκανε στον πατέρα του.
Ο Καποδίστριας, ακούγοντας την απειλή, είχε γελάσει.
«Αυτά είναι κουβέντες, είπε. Πες του ότι αν με σκοτώσουν, θα σκοτώσουν μαζί μου και την πατρίδα!»
Ενώ δεν πίστευε κατά βάθος ότι οι Μαυρομιχαλαίοι θα πραγμάτωναν τελικά την απειλή τους, όταν τους είδε στημένους στους παραστάτες της πόρτας ένοιωσε ταραχή και σίγουρα θα πέρασε από το νου του η απειλή που του είχε διαβιβασθεί με τον Ράγκο.
Για μια στιγμή δίστασε να προχωρήσει προς την εκκλησία και οι αυτόπτες μάρτυρες τον είδαν να στρέφει τα μάτια του προς το σπίτι του υπουργού των Στρατιωτικών Ροδίου που βρισκόταν εκεί κοντά. Του πέρασε, ίσως, η ιδέα να ζητήσει προστασία κάτω από την στέγη του σπιτιού του υπουργού του. Ο δισταγμός του, όμως ήταν στιγμιαίως. Αποβάλλοντας την δειλία, προχώρησε να μπει στην εκκλησία, ανεβαίνοντας τις λίγες σκάλες της εισόδου.

7

έτσι όπως αναφέρετε «πήραν θέση», είναι σαν να λέει «πήραν θέση μάχης», να τον περιμένουν, για να τον κτυπήσουν. Αυτόπτης μάρτυρας ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ επίτροπος ναού καταθέτει: « και την παρελθούσαν Κυριακή ήλθον οι δύο Μαυρομιχάλαι και εις τας 26 του Αγίου Ιωάννου, και εστάθησαν εις την θέσιν, ο μεν Κωνσταντίνος έξω, ο δε Γεώργιος μέσα, εγώ δια να τους ευχαριστήσω περισσότερον, επροσκάλεσα τον Γεώργιον να έμβει πάρα μέσα, αυτός όμως μ’ έδειξε τους στρατιώτας, οίτινές τον εφύλαττον, λέγων με, ότι είναι αρέστο, έπειτα έστειλαν ένα από τους στρατιώτας, και άναψαν ένα κερί είκοσι παράδων, εις τας 27 του παύσαντος επίσης ήλθαν, εμβήκαν μέσα εις την εκκλησίαν και εξ αυτών ο Γεώργιος ησπάσθη την εικόνα,επρόσταξε τον στρατιώτη ν’ ανάψει εν κερί και είτα υπήγε και εστάθη ακουμβισμένος εις το φύλλον της θύρας, εμβαίνων προς τ’ αριστερά. Ο Κωνσταντίνος εμβαίνων εις την θύραν δεξιά δηλαδή εις το κατώφλιον. Οι στρατιώται εστέκοντο έξωθεν αντίκρυ της θύρας.»
Από καμία κατάθεση, έως την δίκη και καταδίκη τους, δεν προκύπτει ότι ο Καραγιάννης με τους Μαυρομιχαλαίους έκαναν συμφωνία. Αντιθέτως μετά την δίκη και καταδίκη σε θάνατο του Καραγιάννη, κάποιοι για να ζήσει, του έταξαν ότι αν τα ρίξει όλα στους Μαυρομιχαλαίους, θα τον αφήσουν να ζήσει. Έτσι αλλάζει ο Καραγιάννης, μετά την δίκη, την κατάθεση του, τα ρίχνει στους Μαυρομιχαλαίους και πάει σπίτι του, ελεύθερος και ωραίος.
Καμία κατάθεση από τους 35 μάρτυρες, δεν επιβεβαιώνει, ο δε Ράγκος, δεν κλήθηκε καν, ως μάρτυρας. Δεν ειπώθηκε καν στην δίκη, ότι ο Γιώργης τον προειδοποίησε ότι «θα τον σκοτώσει.» Αυτό είναι μία σάλτσα ακόμα, στο παραμύθι τους.
Έξω από την εκκλησία με τόσο κόσμο, όπως ισχυρίζονται, φοβήθηκε και του ήρθαν στην σκέψη η προειδοποίηση του Ράγκου, ενώ στο ερημικό δρομάκι, δεν το σκέφτηκε και δεν φοβήθηκε.; Ο ίδιος φοβήθηκε, οι φρουροί του δεν φοβήθηκαν; Δεν τους έκανε ένα νεύμα; Δεν θα έκαναν κάποια κίνηση; Ή τον άφησαν να πάει ως αμνός στην σφαγή; Οι φρουροί του πάντως δεν καταθέτουν κάτι, περί αυτών. Ούτε τους είπε κανείς συνένοχους.
Διάβασαν τι του πέρασε από το μυαλό. Κανένας μα κανένας αυτόπτης ή μη μάρτυρας δεν καταθέτει ότι είδε αυτό που περιγράφουν ως γεγονός, οι της κρατικής εκδοχής κονδηλοφόροι.
Από πού γνωρίζουν ποία η σφαίρα του Κωνσταντίνου, και ποία του Καραγιάννη; Που το βρήκαν ότι όταν τρως σφαίρα στο κεφάλι παραπαίεις και δεν πεύτεις ξερός; Που ανακάλυψαν τις δύο μαχαιριές του Γιώργη Μαυρομιχάλη στον Κυβερνήτη; Οι γιατροί και το κατηγορητήριο μιλούν για μία μαχαιριά.

8

Και τότε, τα πάντα εξελίχθηκαν αστραπιαία. Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και ο αστυνομικός Καραγιάννης τραβάνε την πιστόλα τους και πυροβολούν τον Κυβερνήτη. Η σφαίρα του Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη τον πετυχαίνει πίσω στο κεφάλι, ενώ του Καραγιάννη αστοχεί και σφηνώνεται στον παραστάτη της πόρτας.
Καθώς ο Κυβερνήτης χτυπημένος προχωρεί παραπαίοντας, ορμά ο Γιώργης Μαυρομιχάλης και με το μαχαίρι τον χτυπά δύο φορές στην κοιλιά. Ο Καποδίστριας πέφτει νεκρός στο μοναδικό χέρι του Κοζώνη. Αυτός αφήνει ήρεμα το σώμα του νεκρού Κυβερνήτη και καταδιώκει τους δολοφόνους. Ο Κωνσταντίνος τρέχει μπροστά του. Αρχίζει να τον πυροβολεί και μία σφαίρα τον πετυχαίνει ξέσφαλτσα.

ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΑΥΤΟΠΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ επίτροπος ναού: Ερχόμενος ο Κυβερνήτης
και ευγάλλων το κάλυμμα του, αίφνης ηκούσθησαν δύο κρότοι πιστόλων
εκ των δύο μερών της θύρας. Ακούσας δε τούτο έρριψα τους οφθαλμούς
μου έξω, και είδον τον Κυβερνήτην κατά γης. Τότε ήρχισαν ο κόσμος
ταις φωναίς και άλλο τίποτε δεν είδαν. Προσθέτω επίσης τούτο, ότι όταν
επλησίαζεν ο Κυβερνήτης, ο Γεώργιος εσύρθη ακόμα ολίγον έξω
της θύρας, και έφτασεν έως το κατώφλιον.»
Κατώφλι(ον)= η δοκός ξύλινη ή λίθινη, συνδέουσα τας πλευράς
θύρας ή παραθύρου εις το κάτω μέρος αυτών.(λεξικό Δημητράκου)

ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ. Προσωρινός επίτροπος ναού:
Εμβαίνων εις τα δεξιά έξωθεν ήτον ακουμβισμένος ο Κωνσταντίνος και
εις ίδιον μέρος εις το κατώφλιον ο Γεώργιος και ολίγον περαιτέρω προς
αριστερά ήτον ένα παιδί ξηρακιανόν. Ερχόμενος ο Κυβερνήτης, ο
Γεώργιος εσύρθει όπισθεν έως εις το άντικρυ κατώφλιον της θύρας και
Ενώ ο Γεώργιος έβλεπεν έξω, τότε έστρεψε προς αυτόν, πλησιάσας δε ο
Κυβερνήτης, και χαιρετήσας αυτούς, είδον ότι ο Γεώργιος εσήκωσε το
Χέρι του από την κάπαν προς τον Κυβερνήτην και ήκουσα τον κτύπον της
πιστόλας, μπαν, μπαν, διότι έπεσε συγχρόνως και άλλη από το μέρος του
Κωνσταντίνου, ήτις ως φαίνεται, εκτύπησεν εις τον τοίχον.»

Ο μάρτυρας ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΑΡΑΝΤΟΣ καταθέτει «…ο Κυβερνήτης
επλησίασε, τους εχαιρέτησε με το ζερβί χέρι, αυτοί έβαλαν τα μεν
αριστερά εις τα φέσια των, εσυντρίφθησαν μεταξύ των και έβαλαν
τα δεξιά χέρια εις τας τσέπας των. Και πριν ακόμη ο Κυβερνήτης να
προφτάσει να βάλη το καπέλλον του, είδα εκείνον, όστις εφόρει την
μαύρην καπόταν, που σήκωσε το δεξί του χέρι, και ετράβηξε μίαν
πιστολιάν εις του Κυβερνήτου το κεφάλι, συγχρόνως έρριψε και ο
άλλος με το άσπρον μπουρνούζι και ανεχώρησαν και οι δύο.»

9

Πως είναι δυνατόν, από την πόρτα της εκκλησίας ο Κωνσταντίνος
Μαυρομιχάλης, να κτύπησε τον Καποδίστρια που του ήταν, απέναντι του,
πρόσωπο με πρόσωπο, να τον πυροβόλησε εξ επαφής στον σβέρκο και η
σφαίρα σχεδόν να βγήκε από το κούτελο; Δια να το δικαιολογήσουν,
εφεύραν το παραμυθάκι « και γω κακά χερόβολα και συ κακά δεμάτια»
Αυτήν την φράση λεν ότι του είπε ο Κωνσταντίνος, όταν όρμισε κατά
πάνω του, τον έπιασε από τον γιακά τον στριφογύρισε και έτσι τον
πυροβόλησε στον σβέρκο. Αυτό το καταθέτει κάποιος; ΌΧΙ
Είπαμε παραμύθι. Οι μάρτυρες καταθέτουν: « Όταν εμφανίστηκε
ο Κυβερνήτης από τα δύο μέρη της πόρτας ακούστηκαν δύο
πυροβολισμοί». Τώρα ότι η σφαίρα του Κωνσταντίνου κτύπησε
τον Καποδίστρια και του Καραγιάννη στον τοίχο, δεν προκύπτει
από μαρτυρίες αλλά από παραπληροφόρηση διότι έτσι μπορεί να στηθεί το
παραμύθι τους, ότι οι Μαυρομιχαλαίοι σκότωσαν. Και για να
δικαιολογήσουν γιατί άφησαν ελεύθερο τον Καραγιάννη. Περί αυτού ποιο
κάτω, στα περί της δίκης.
ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΑΥΤΟΠΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ: Μας λέει είδε μόνον τον
Καποδίστρια πεσμένον και ότι ο Γεώργιος που ήταν μέσα πήγε στο
κατώφλι της πόρτας της εκκλησίας. Από το κατώφλι δεν γίνετε να
μαχαίρωσε τον Καποδίστρια και να μην τον δούν κι όλας.
ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ: Καταθέτει ότι η μπιστολιά που σκότωσε
ήταν από την μεριά του Γεωργίου. Η δεύτερη ήταν από την μεριά του
Κωνσταντίνου. Ο Γεώργιος όμως εκατηγορήθει ότι τον μαχαίρωσε, αλλά
και δεν είχε πιστόλα επάνω του. Του Κωνσταντίνου η σφαίρα κτύπησε
στον τοίχο, καταθέτει. Παρ’ όλα αυτά όμως κατηγορήθηκε ο
Κωνσταντίνος ότι αυτός πυροβόλησε τον Καποδίστρια στον σβέρκο.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΑΡΑΝΤΟΣ: Καταθέτει και αυτός ότι την μπιστολιά στον
Καποδίστρια την έριξε, ο φορών την μαύρην καπόταν.» Μαύρη καπόταν
φορούσε ο Γεώργιος, ο οποίος εκατηγορήθει ότι μαχαίρωσε. Ποιος ήταν
αυτός με την μαύρη καπόταν που έριξε εξ επαφής στου Καποδίστρια τον
σβέρκο; Τον είδε να σηκώνει το χέρι και να ρίχνει στο κεφάλι πριν
προφτάσει ο Καποδίστριας να βάλει το καπέλο μετά τον χαιρετισμό. Εάν
είχε χαιρετήσει τους Μαυρομιχαλαίους, δεν θα ξανα έβαζε το καπέλο,
ήταν δύο βήματα πριν μπει στην εκκλησία. Στην εκκλησία δεν έμπαιναν
με καπέλο πόσο μάλλον ο θεοσεβούμενος Καποδίστριας. Άρα χαιρέτησε
κάποιους ποιο μακρυά οι οποίοι και πυροβόλησαν και μαζί έφυγαν.
Οι Μαυρομιχαλαίοι δεν έφυγαν μαζί. Μαχαίρωμα δεν είδε.
10

Ο ΓΕΏΡΓΙΟΣ ΒΑΛΤΙΝΟΣ καταθέτει: « εστάθην εις το παγκάρι.
Προσηλώσας τους οφθαλμούς μου έξω είδα τον Κυβερνήτην και όταν
έφθασε εις την θύραν, και έβαλε το αριστερό χέρι εις το καπέλλον, ευθύς
ηκούστει εις κρότος πιστόλας, και έπεσεν ο Κυβερνήτης και ευθύς έπειτα
ηκούσθει και εις έτερος, πλην και οι δύο κρότοι συγχρόνως σχεδόν
ηκούσθησαν, τότε είδον τον Κωνσταντίνον, όπου επήδησε κατά το
μέρος, όπου έπεσεν ο Κυβερνήτης.»

Κατάθεση ΛΕΩΝΙΔΗ, στρατιώτης σωματοφύλακας Καποδίστρια:
«Ευρέθην δύο βήματα όπισθεν του Κυβερνήτου. Ο Κωνσταντίνος
Μαυρομιχάλης με το μπουρνούζι του, είδα ότι εστέκετο έξω
της πόρτας, από το μέρος του ιερού. Αντίκρυ κατά την βρύσιν, ήτον
ένας στρατιώτης. Καθώς επροχώρησεν ο μακαρίτης να έμβει εις την
εκκλησίαν, είδα τον Κωνσταντίνον, με το αριστερόν χέρι να κρατεί το
φέσι του και με το δεξιόν κεκρυμμένον, έρριψε την πιστόλαν επάνω
εις τον Κυβερνήτη, και ήκουσα συγχρόνως δύο κτυπήματα μπιστολών,
είδα ότι βάρεσε με πιστόλαν και ο στρατιώτης όστις ήταν αντίκρυ…Μετά
τον φόνον είδα ένα μαχαίρι μαυρομάνικον και χαρακωτόν με λούκια, και
οπίσω εις το άκρον μ’ένα ασπράδι, ριγμένον κατά γη…Αμέσως αφού
έπεσαν αι πιστόλαι, ο Μπεϊζαδές Γεώργιος με τους δύο στρατιώτες του
άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος Βουλευτικού..»

Κατάθεση ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΖΩΝΗ: Μονόχειρα σωματοφύλακας του
Καποδίστρια: « Εις τας 6και 35 λεπτά προ μεσημβρίας της 27
Σεπτεμβρίου εβγήκαμεν από το παλάτιον και επήγαμεν εις την εκκλησίαν.
Φθάνοντες προς τον Άγιον Σπυρίδωνα, ήτον ο Κωνσταντής Μαυρομιχάλης
σκεπασμένος μ’ ένα μπουρνούζι και είχεν ακουμπισμένην την κεφαλήν του
εις τον τοίχον της εκκλησίας, κ΄είχε το πρόσωπον του προς το σπίτι του
Ροδίου, και πλησιάσας ο Κυβερνήτης προς αυτόν, έστρεψε τότε ο
Κωνσταντίνος κ’ έβαλε το αριστερόν του χέρι εις το φέσι, κ’ ευθείς ήκουσα
εξαίφνης κτύπον πιστόλας, κ’ ευθύς ο Κυβερνήτης εξαπλώθει κατά γης.
Τότε έκαμα μιαν δρασκελιάν, και είδον εμπρός μου κατά γης ένα μαχαίρι
μαύρον… Και ευθύς είδον τον Κωνσταντίνον Μαυρομιχάλην όπου έτρεξε
τον ανήφορον, προς τον οποίον και ετράβηξα.»

11

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΛΤΙΝΟΣ: Με το που βγάζει το καπέλο του ο
Καποδίστριας ακούγονται οι δύο πυροβολισμοί. Έπεσε κτυπημένος ο
Καποδίστριας στο έδαφος και τότε πήδηξε προς το μέρος του ο
Κωνσταντίνος. Λογικά, ο Κωνσταντίνος είδε αυτόν που πυροβόλησε τον
Καποδίστρια εξ επαφής και τότε πετάχτηκε πίσω από τον δολοφόνο και
τον πυροβόλησε. Δεν τον πέτυχε και η σφαίρα του, καρφώθηκε στον
τοίχο της εκκλησίας.. Ποίος όμως του έριξε στον σβέρκο;
Φυσιολογικά αυτός που έριξε, μπήκε ανάμεσα στον Καποδίστρια και
Τους φρουρούς του, Κοζώνη-Λεωνίδη. Εκτός αν δεν μπήκε κανείς ανάμεσα
τους και ήσαν αυτοί που πυροβόλησαν, εξ επαφής τον Καποδίστρια, ή
αυτούς που μπήκαν και έκαναν την δολοφονία, ήταν μιλημένοι, να μην
τους «δουν».
ΛΕΩΝΙΔΗΣ: Δεν είδε κανέναν να μπαίνει ανάμεσα σε αυτόν και τον
Κυβερνήτη, παρ’ όλο που ήταν μόνον δύο βήματα πίσω του. Δηλαδή αν
άπλωνε το χέρι του τον ακουμπούσε τον Καποδίστρια.
Από την πόρτα της εκκλησίας, πρόσωπο με πρόσωπο και απόσταση 1,5-2
μέτρα κτυπήθηκε εξ επαφής λοιπόν στον σβέρκο ο Καποδίστριας. Τόσο
κοντά και δεν είδε το μαχαίρωμα, ενώ περιγράφει περιληπτικά το
μαυρομάνικο. Μας ξεκαθαρίζει όμως ότι ο Κωνσταντίνος με κρυμμένο το
δεξί χέρι, έριξε την μπιστολιά, (αφού ήταν κρυμμένο το χέρι πως είδε την
μπιστολιά και δεν είδε το μαχαίρωμα με την γυμνή 33 εκ. χαντζάρα;) και
φορούσε μπουρνούζι. Ναι αλλά κι αν ακόμα έριξε με κρυμμένο το χέρι, η
μπιστολιά στον Κυβερνήτη ήταν εξ επαφής και τον πυροβόλησε ένας με
μαύρη καπότα, που μπήκε μπροστά από τον Λεωνίδη και πίσω από τον
Καποδίστρια. Άρα δεν ήταν ο Κωνσταντίνος που πυροβόλησε τον
Καποδίστρια. Τον δε Γεώργιο, τον είδε, με το που έπεσαν οι μπιστολιές,
αμέσως να τρέχει προς το Βουλευτικό. Δεν τον είδε να πλησιάζει τον
Καποδίστρια και να τον μαχαιρώνει. Με το μπαμ – μπαμ έτρεξε να φύγει,
μαζί με τους στρατιώτες που τον φύλαγαν.
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΖΩΝΗ: Ο Κωνσταντίνος ετοιμαζόταν να σκοτώσει τον
Κυβερνήτη, και καθόταν χαλαρός, με ακουμπισμένο το κεφάλι στον τοίχο,
όπως δηλαδή κάνουν όσοι απορροφούνται από τις ψαλμωδίες στην εκκλησία,
και κοίταγε αλλού και όχι στον στόχον του; Ο Κωνσταντίνος κοίταγε τελικά
στου Ροδίου και όχι ο Κυβερνήτης. Ο σωματοφύλακας δεν είδε τον
Κωνσταντίνο να μπαίνει ανάμεσα σε αυτόν και στον Καποδίστρια. Μένει
εκεί που ήταν, στον τοίχο της εκκλησίας, καταθέτει ο σωματοφύλακας. Η
μόνη κίνηση που έκανε ο Κωνσταντίνος ήταν να στρέψει προς τον
Καποδίστρια και να βγάλει το φέσι του, ως χαιρετισμό σε ανώτερον. Με το
που έβαλε το χέρι στο φέσι ο Κωνσταντίνος, άκουσε ο σωματοφύλακας

12

Κατάθεση ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΣΗΝΕΖΗ: « Ενώ εκατέβαινα από το Ιτσ-Καλέ με
το τάγμα, και εφτάσαμεν εις το μέρος, όπου κατοικεί η μουσική, ήρχοντο
από τα χαλάσματα τρεις φουστανελάδες, τρέχοντες και επέρασαν
ανάμεσα
από το Τάγμα. Αφού δε επέρασαν το τάγμα, εφόπλισαν τας πιστόλας,
όπου οι δύο εκράτουν εις τας χείρας, όταν εις δεκανεύς τους είπεν:
«τι τρέχετε, βρε, έτσι; Τι κάμνετε έτσι;» εξ αυτών όμως εκείνος, όστις
ήταν εμπρός, είχε τας χείρας του μέσα εις την φουστανέλαν.»

κ.ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑ
(κατοικούσε απέναντι από την εκκλησία) 2/10/1831

Απ. Εγώ εστεκόμην εις το δωμάτιον του οσπητίου και έκαμνα τον σταυρόν μου, είδον τον Κυβερνήτην ερχόμενον, και πλησιάσας εις την θύραν της εκκλησίας, δύο τους οποίους δεν γνωρίζω, ετράβιξαν δύο πιστόλας επάνω εις τον Κυβερνήτην, και ευθύς εσκοτώθει, χωρίς καν να ομιλήση.
Ερ. Που εστέκοντο οι δύο άνθρωποι;
Απ. Ο εις από το εν μέρος της θύρας, και ο έτερος από το άλλο.
Ερ. Τι εφορούσαν;
Απ. Ο εις μικρόν καποτών, και ο άλλος βορνούζιον.

13

κτύπον πιστόλας, δεν είδε τον Κωνσταντίνο να πυροβολεί.. Όποιος είναι
έτοιμος να σκοτώσει, δεν σκέπτεται να χαιρετήσει πρώτα το θύμα του και
μάλιστα με σεβασμό. Το κατάλαβαν οι εμπνευστές της δολοφονίας και αυτό
τον με σεβασμό χαιρετισμό χρόνια μετά τον έκαναν πιάσιμο από τον γιακά
και το ποιηματάκι «κι εγώ κακά χερόβολα και συ κακά δεμάτια.
Και αυτός δεν είδε να τον μαχαίρωσαν και να τον πυροβόλησαν
επαφής. Δεν είδε καν να τον πυροβολούν. Μόνον άκουσε έναν κτύπο
πιστολάς. Τον πυροβόλησαν και έπεσε κατά γης. Δεν μαχαιρώθει βέβαια
πεσμένος; διότι με το που έπεσε στην γη ο Καποδίστριας, ο Κοζώνης είδε
το μαχαίρι, δεν είδε σφαγή, η οποία πρέπει να έγινε δευτερόλεπτα πριν τον
πυροβολισμό. Προ και μετά την δολοφονία δεν καταθέτει να είδε τον
Γεώργιο. Δεν τον αναφέρει ως να μην υπήρχε καθόλου. Ενώ δεν λέει
ότι είδε ποιος πυροβόλησε τον Καποδίστρια, λέει ότι όταν είδε τον
Κωνσταντίνο να τρέχει τον πυροβόλησε. Άραγε γιατί αφού δεν τον είδε να
πυροβολεί τον Καποδίστρια με το που τον είδε να τρέχει τον πυροβόλησε;
Μήπως είχε εντολή να σκοτωθούν και οι Μαυρομιχαλαίοι; Ώστε να πουν
σκοτώθηκαν οι δολοφόνοι του Καποδίστρια, και να μην αναγκαστούν να
οργανώσουν τέτοια δίκη; Βεβαίως δεν αναφέρει ότι ο Κωνσταντίνος έπιασε
τον Καποδίστρια από τον γιακά και του είπε το «κακά χερόβολα». Δεν το
αναφέρει διότι δεν έγινε ποτέ. Αν ο Κωνσταντίνος, τον είχε πιάσει τον
Καποδίστρια, οι πρώτοι που θα το κατάθεταν ήσαν οι φρουροί του και οι
αυτόπτες
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΣΗΝΕΖΗ : Βλέπουμε ότι δεν τους γνωρίζει, αυτούς
του τρεις. Αν ήταν ο Γεώργιος με τους στρατιώτες του θα τους γνώριζε
έστω και εκ των υστέρων. Είχε ακουστεί κατά την στιγμή της κατάθεσης
του ότι οι Μαυρομιχαλαίοι σκότωσαν. Δεν κατονομάζει τον Γεώργιο
όμως. Το κυριότερο εδώ είναι, ότι ο χρόνος και ο τόπος συνάντησης, είναι
αντίθετος από τον δρόμο που έτρεχε ο Γεώργιος, προς στο σπίτι του
Βαλλιάνου και Ρουάν. Δεν είναι δυνατόν να τρέχει συγχρόνως σε δύο
διαφορετικά εκ διαμέτρου αντίθετα σημεία της πόλεως . Άρα αυτοί είναι
τρεις άλλοι με τις πιστόλες τους και ο ένας να κρύβει τα χέρια στην
φουστανέλα, με αίματα ή και με την χαντζάρα; Ποιος να ξέρει. Ο
ανακριτής πάντως δεν ενδιαφέρθει είχε τους Μαυρομιχαλαίους, του
αρκούσε αυτό μόνο ή για αυτούς είχε εντολή.
ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑ: Βλέπουμε ότι δεν κατ’ ονομάζει τους Μαυρομιχαλαίους τους οποίους βλέποντας τους κάθε Κυριακή με τους φρουρούς τους στην εκκλησία θα ρώτησε ποιοι είναι. Αλλά και μετά πέντε μέρες από την δολοφονία και που το Ναύπλιο είχε βουίξει ότι σκότωσαν τους ήξερε. Όμως λέει μόνον τις ενδυμασίες. Μάλιστα λέει ότι το καπότο ήταν μικρό και όχι μακρύ που φορούσε ο Γιώργος. Μιλά για άλλον τελείως.
14

(Συνέχεια ανάγνωσης από το ντοκουμέντο εκδόσεων Φυτράκη.)

Από το εκκλησίασμα, άντρες και γυναίκες, άρχισαν με φωνές και κατάρες να καταδιώκουν τους δολοφόνους. Τη στιγμή εκείνη βγαίνει ο στρατηγός Φωτομάρας στο παράθυρο του σπιτιού του, σημαδεύει τον Κωνσταντίνο, καθώς τρέχει να ξεφύγει και τον ρίχνει στο έδαφος βαριά χτυπημένο. Τρέχουν οι πολίτες και καθώς ο δολοφόνος είναι πεσμένος στο έδαφος, αρχίζουν να τον κλωτσούν και να τον βρίζουν.
Μισοπεθαμένος ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης ικετεύει να τον σκοτώσουν μια και καλή.
« Μη με λερώνετε, βρε παιδιά, ψιθυρίζει. Δεν βρίσκεται κανένα παλικάρι να με σκοτώσει.»
Δεν χρειάστηκε να παρακαλέσει πολύ. Μία εξιλαστήρια σφαίρα τον πέτυχε καίρια και τον άφησε νεκρό.
Όμως η οργή των πολιτών ξέσπασε ακόμα και πάνω στο πτώμα του. Το έσυραν ως την πλατεία του πλατάνου και το πέταξαν στη θάλασσα από τα τείχη του κάτω φρουρίου…

Κατάθεση ΑΝΔΡΕΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ δεκανέα: « ..Κατεβάζοντες με τον Αξιωματικόν Μονφεράτον εκείνον, όστις σκότωσεν τον Κυβερνήτην, δια να τον υπάγωμεν εις τον Πλάτανον, απαντήσαμεν καθ’ οδόν τον Κρητικόν κουλοχέρην, όστις ήρχετο κατεπάνω μας με την πιστόλαν εις το χέρι, και εφώναζεν «εσύ εσκότωσες τον αφέντην μου», και αμέσως ετράβηξε μιαν πιστόλαν κατεπάνω του, και επειδή δεν τον εύρε, του έδωσεν μίαν με το κοντάκι της πιστόλας, και του άνοιξε το κεφάλι. Μετά ταύτα τον ελάβομεν πάλιν βουτηγμένο εις το αίμα…. Αλλά αφού τον εκτιπούσαμεν μας έλεγε, «ΜΗ ΜΕ ΚΤΥΠΑΤΕ, ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ Η ΑΙΤΙΑ…» τον αφήσαμεν εις τον πλάτανον, τον αφήσαμεν και εφύγαμεν»

Κατάθεση ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΝΦΕΡΑΤΟΥ Ανθυπολοχαγού: « … εύρον πλησίον της οικίας Φωτομάρα κοιτάμενον κατά γης, και πληγωμένον εις την κοιλίαν, εις το δεξιόν μέρος, περί του οποίου έλαβα όλα τα αναγκαία μέτρα, ώστε να μην ήθελε τον κτυπήση τις, πλην τούτο εστάθει αδύνατον εξ αιτίας της οργής του λαού, και των ιδίων στρατιωτών. Όθεν εις των στρατιωτών τον εκτύπησε με το κοντάκι του όπλου και εις έτερος με την λόγχην και εν τω μεταξύ τούτω έφθασε και ο δούλος του Κυβερνήτου ο κουλοχέρης οργισμένος και θυμωμένος εναντίον του, λέγοντας του ότι εσύ εφόνευσες τον αυθέντην μου, και ενταυτώ ετράβιξε μίαν πιστόλαν κατ’ αυτού η οποία αγνοώ αν τον ηύρε…Καθ’ οδόν κομίζοντες τον φονέα εις την πλατείαν …μας έλεγε (ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης) ότι
ΑΥΤΟΣ ,ΔΕΝ ΗΤΟΝ Ο ΑΙΤΙΟΣ, ΤΟΥ ΦΟΝΟΥ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΟΥ.»

15

(Από ανάγνωση ντοκουμέντο Φυτράκη.)

6,30 το πρωί. Αυτοί που κυνήγησαν τους Μαυρομιχαλαίους ήσαν οι στρατιώτες, και όχι οι 10-15 εκκλησιαζόμενοι, που από τις καταθέσεις τους δεν κατονομάζουν τους Μαυρομιχαλαίους ως δολοφόνους, πως τους κυνηγούσαν τότε με κατάρες; Αποφεύγουν να πουν ότι ήταν οι στρατιώτες, διότι πρέπει να δικαιολογήσουν πως οι στρατιώτες άντε 5 λεπτά μετά την δολοφονία ήσαν διώκτες των Μαυρομιχαλαίων. Δηλαδή σε 5 λεπτά ειδοποιήθηκαν στο στρατόπεδο που απείχε πάνω από 5 λεπτά από την εκκλησία, ντύθηκαν, άρματα, τρέξιμο, φτάσανε, καταδίωξαν. Μόνο αν ήσαν επιφυλακή στην έξοδο του στρατοπέδου μπορεί να φτάνανε τόσο γρήγορα. Αν ήσαν έτοιμοι, κάποιος τους είχε ετοιμάσει από το βράδυ. Το βράδυ είχαν μάθει ότι ο Καποδίστριας θα πήγαινε στην εκκλησία αύριο Κυριακή. Αυτή την πληροφορία την είχαν από κάποιον που ήταν πολύ κοντά στον Κυβερνήτη και ενημερωνόταν για τις κινήσεις του. Για τους Μαυρομιχαλαίους ήσαν σίγουροι, διότι αυτοί, κάθε Κυριακή, την ίδια ώρα, ήσαν εκεί, στο ίδιο σημείο, της εκκλησίας.
Η κρατική εκδοχή μας αναφέρει ότι ο Κωνσταντίνος ήραν χτυπημένος στην πλάτη από βολή του Κοζώνη την στιγμή που έφευγε. Εδώ μας λέει ότι τον πυροβόλησε ο στρατηγός Φωτομάρας. Αυτός όταν άκουγε φωνές έβγαινε με το όπλο στο παράθυρο και όταν έβλεπε κάποιον να τρέχει τον πυροβολούσε; Τον πυροβόλησε και μετά έγινε πρόεδρος δικαστηρίου εις βάρος του Γεωργίου; Δεν στέκει. Αλλά δεν υπάρχει κατάθεση μάρτυρος, ότι τον πυροβόλησε ο Φωτομάρας. Το τραύμα δεν ήταν στην πλάτη πάντως αλλά στην κοιλιά. Όσο για τα συμβάντα στον Κωνσταντίνο να οι καταθέσεις. ΑΝΔΡΕΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ και ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΝΦΕΡΑΤΟΥ: Καταθέτουν ότι ο Κωνσταντίνος αντί να φυλαχτεί για να δικαστεί, έπεσε βορά των στρατιωτών που τον κτυπούσαν και τον λόγχιζαν και όποιος ήθελε τον πυροβολούσε, παρ’ όλο που φώναζε ότι δεν το έκανε αυτός το έγκλημα.
Αντί να τον πάν προς φύλαξη, τον άφησαν τραυματισμένο με σφαίρα στην κοιλιά, λογχισμένον, κτυπημένον, αβοήθητον στην πλατεία και έφηγαν. Προφανώς για να πεθάνει. Έπρεπε να μην ζήσει. Ζωντανός ο Κωνσταντίνος τους ήταν λίαν επικίνδυνος, διότι είδε όλο το περιστατικό, και όλους όσους συμμετείχαν στο φονικό. Πεθαμένος τους ήταν πολύ χρήσιμος.
Ο δε Κοζώνης όπως καταθέτουν, μετά 15-20 λεπτά που πληροφορήθηκε ότι ο Κωνσταντίνος ήταν ακόμα ζωντανός στην πλατεία, έτρεξε με θυμό να τον σκοτώσει; Κάτι από Τζάκ Ρούμπι, στην δολοφονία του Κένεντυ μου θυμίζει. Μήπως δεν ήταν ο θυμός που τον έκανε, αλλά ότι ήταν ζωντανός ο Κωνσταντίνος; Και αν έμενε ζωντανός θα έλεγε ποιος ήταν ο αίτιος», που αυτός, δύο βήματα πίσω από τον Καποδίστρια, δεν είδε, αλλά
16

«Κάτω από τα παράθυρα ο γέροντας, με φωνή που έτρεμε από την οργή, φώναξε….Τρέχει και ο Κωνσταντίνος στο παράθυρο και κρεμιέται από το πρεβάζι. «Τι κάνεις» τον ρωτούν ανήσυχοι κι οι δύο.
« Τα βλέπετε!» Απαντά ο Πετρόμπεης.
Οι δύο αυτές λέξεις ήταν έναυσμα, για να μεταδοθεί η οργή του, στους δύο άλλους. Από κείνη τη στιγμή, στη συνείδηση τους, γράφτηκε η απόφαση: Θα τελειώνουν με τον Καποδίστρια:..»

17

ο Κωνσταντίνος είχε δει, και δια τούτο μετά τους πυροβολισμούς σάλταρε στο μέρος του πεσμένου Καποδίστρια, κάποιον πυροβόλησε, αλλά η σφαίρα του δεν βρήκε τον στόχο της και καρφώθηκε στον τοίχο της εκκλησίας; Μήπως ο Κωνσταντίνος πυροβόλησε κάποιον που οι σωματοφύλακες τον άφησαν να μπει ανάμεσα τους, ή μήπως πυροβόλησε τον Λεωνίδης, ή πυροβόλησε τον ίδιο τον Κοζώλη και γι αυτό έτρεξε με το που άκουσε ότι ακόμα ζει ο Κωνσταντίνος να τον σκοτώσει, για να μην μιλήσει;
Άφησα τον σχολιασμό της τάχα «εγγραφής στην συνείδηση» των Μαυρομιχαλαίων όταν είδαν αλυσοδεμένο έξω από το σπίτι τους τον Πετρόμπεη, τελευταίον.
Αυτή η συνάντηση των Μαυρομιχαλαίων που «έγραψαν στην συνείδηση τους να τελειώνουν με τον Καποδίστρια» Έγινε στις 26 Σεπτεμβρίου το πρωί, όπως ισχυρίζονται. Η δολοφονία έγινε την επόμενη 27 Σεπτεμβρίου το πρωί, ξημερώματα. Πότε πρόλαβαν να το γράψουν στην συνείδηση τους, να μυήσουν τους στρατιώτες φρουρούς τους; Πως ήξεραν ότι ο Καποδίστριας θα πήγαινε το αμέσως επόμενο πρωινό στην ίδια εκκλησία, που πήγαιναν και αυτοί, όταν τις δύο τελευταίες Κυριακές τουλάχιστον δεν είχε πάει; Αν όπως λεν ο Καποδίστριας και ο Κοζώνης,
άκουαν ψιθύρους και προειδοποιήσεις ότι θα τον σκοτώσουν. Τις κινήσεις του θα τις κράταγαν κρυφές. Να το πω αλλιώς, μόνον ο Κοζώνης θα ήξερε που θα μετακινήτω ο Καποδίστριας. Οι Μαυρομιχαλαίοι από πού να το ξέρουν; Με αυτό που ισχυρίζονται δεν καταπίπτει ο ισχυρισμός τους ότι πήγαιναν κάθε Κυριακή στην Εκκλησία, για να περιμένουν να έρθει ο Κυβερνήτης να τον σκοτώσουν, αλλά δεν έγινε τις προηγούμενες διότι δεν πήγε, γι αυτό το έκαναν στις 27 Σεπτεμβρίου που πήγε; Αν ήταν προμελετημένοι όπως τους κατηγορούν, τότε πως «εκείνη τη στιγμή 26 Σεπτεμβρίου γράφτηκε στην συνείδηση τους»; Δεν καταρρίπτεται και ο άλλος ισχυρισμός τους ότι ο Γεώργιος προειδοποιείσαι τον Καποδίστρα για του κοινού τους φίλου Πάνου Ράγκου, ότι θα τον σκοτώσει και ότι τις τελευταίες μέρες κυκλοφορούσαν φήμες ότι οι Μαυρομιχαλαίοι θα τον σκότωναν και τις είχε ακούσει ο Κοζώνης και είχε εντείνει την επαγρύπνηση του; Αφού στην συνείδηση τους, όπως ισχυρίζονται μπήκε στις 26 το πρωί να τον σκοτώσουν, επειδή είδαν τον Πετρόμπεη αλυσοδεμένο, πως πριν μέρες κυκλοφορούσαν οι φήμες;
Η αλήθεια πρέπει να είναι, βάση των καταθέσεων, ότι ο Πετρόμπεης τους είπε σε 5-6 μέρες θα ήμαστε μαζί. Αυτό τους το είπε πριν λίγες μέρες. Άρα Δευτέρα, Τρίτη θα ήταν ελεύθερος κοντά τους,. Έτσι ο αλληλοχαιρετισμός με σεβασμό στο δρομάκι Μαυρομιχαλαίων Καποδίστρια, την Κυριακή. Έτσι έχει νόημα ακόμα γιατί κανένας από τους υπεύθυνους της φύλαξης Καποδίστρια δεν λέει τι ακριβώς έγινε. Αυτός που είδε, διότι ήταν έξω από
18

ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΠΡΕΣΒΕΙΑ

Μέσα στην αναμπουμπούλα ο Γιώργης Μαυρομιχάλης και ο Καραγιάννης κατόρθωσαν να διαφύγουν. Ο Γιώργης τράβηξε προς την αγορά τρέχοντας κατά το σπίτι του αξιωματικού Βαλλιάνου, αποφασισμένος να πουλήσει ακριβά το τομάρι του στους διώκτες του . Όμως βλέποντας το πλήθος να τον καταδιώκει άλλαξε γνώμη και σκαρφαλώνοντας στο χαμηλό τοιχάκι του κήπου του Γάλλου πρέσβη Ρουάν, όρμησε στην πρεσβεία φωνάζοντας: « Ο τύραννος πέθανε από τα χέρια μου και τα χέρια του θείου μου. Σας παρακαλώ προστατέψτε με!»
Υπήρξαν πολλοί που πίστεψαν ότι δεν ήταν τυχαία η καταφυγή του Γιώργη Μαυρομιχάλη στην Γαλλική πρεσβεία, δεδομένου ότι στις αντικαποδιστριακές μηχανορραφίες, η Γαλλία είχε μεγάλη ανάμιξη.
Ο Μαυρομιχάλης πάντως αισθάνθηκε ασφαλής στο έδαφος της Γαλλικής πρεσβείας και παρέδωσε το όπλο του στο Γάλλο συνταγματάρχη Πελλιόν. Αλλά γλήγορα άλλαξε ιδέα, όταν σε λίγο το πλήθος των πολιτών μαζεύτηκε έξω από το κτήριο της πρεσβείας και με κραυγές απαιτούσε την παράδοση του δολοφόνου.
Φρούραρχος τότε του Ναυπλίου ήταν ο Πορτογάλος συνταγματάρχης Αλμέϊδα, ένας από τους πιο σημαίνοντες Φιλέλληνες, που είχε πάρει μέρος στον αγώνα του 1821. Ενεργώντας κατ’ εντολή της προσωρινής Τριμελούς κυβερνητικής επιτροπής που είχε, αμέσως μετά την δολοφονία του Καποδίστρια, διορίσει η Γερουσία, σε έκτατη συνεδρίαση, και η οποία αποτελούνταν από τους Αυγουστίνο Καποδίστρια, αδελφό του Κυβερνήτη, τον Θ. Κολοκοτρώνη και Ιωάννη Κωλέτη, ο Πορτογάλος συνταγματάρχης αξίωσε από τον πρεσβευτή της Γαλλίας Ρουάν την παράδοση του δολοφόνου. Και δείχνοντας το απειλητικό πλήθος που συγκεντρωνόταν κάτω από τα παράθυρα του κήπου, είπε στον πρέσβη: « Εξοχότατε, αν αρνηθείτε την παράδοση του δολοφόνου, σε λίγο θα είναι αδύνατο να χαλιναγωγηθεί η μανία του πλήθους»
Ύστερα, απευθυνόμενος στο δολοφόνο Γεώργιο Μαυρομιχάλη τον διαβεβαίωσε ότι δεν διέτρεχε κίνδυνο αν παρά δινόταν στις αρχές, και θα περνούσε από τακτικό δικαστήριο, που θα τον δίκαζε δημόσια, κάτω από τα μάτια όλης της Ευρώπης. Τέλος τον διαβεβαίωσε ότι θα ήταν ασφαλέστερος στα χέρια των αρχών παρά μέσα στο οίκημα του Γάλλου πρεσβευτή, που πολιορκούνταν από ένα μανιασμένο εναντίον του πλήθος.

19

την εκκλησία και μας λεν ότι είπε τα μισά, θανατώθηκε για να μην πει και τα υπόλοιπα. Ή θανατώθηκε άρον άρον διότι είπε το όνομα του δολοφόνου; Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης. Ο Γεώργιος όπως και οι επίτροποι είδαν από το μπαμ και μετά, ήτη το τέλος και όχι το ζουμί της υπόθεσης. Αυτοί που έπρεπε να δουν και λεν ότι δεν είδαν, ή σύμπραξαν ή εκτέσεσαν.

ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΠΡΕΣΒΕΙΑ

Έμεσα παραδέχονται ότι δεν περίμεναν να την γλίτωσε ο Γεώργιος, αλλά θέλαν να σκοτωθεί επί τόπου. «στην αναμπουμπούλα κατόρθωσαν να διαφύγουν»
Ο Γεώργιος δεν είπε ποτέ ότι ο τύραννος σκοτώθηκε από τα χέρια τα δικά του και του θείου του. Αυτό που φώναζε ήταν ότι τον σκότωΣΑΝ άλλοι.
Όπως βλέπουμε από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας δεν πήδηξε κανένα τοιχάκι πρεσβείας. Αλλά μπήκε στο σπίτι του Βαλλιάνου. Στην οικία του Γάλλου αντι πρέσβη Ρουάν, ο Γεώργιος ζητά να τον παραδώσουν στην Εθνική Συνέλευση και αρνείται ότι σκότωσε τον Καποδίστρια πολλάκις. Καταλαβαίνει ότι θέλουν να τον σκοτώσουν χωρίς να δικαστεί δια τούτο επαναλαμβάνει να με παραδώσετε στη Εθνική συνέλευση. Ο δε Ρουάν όταν ο Αγγελίδης φωνάζει ότι ο Γεώργιος είναι ο δολοφόνος, λέει τι δουλειά έχει σπίτι του ένας δολοφόνος και τον διώχνει να φύγει. Ότι σκεπτόταν να μην τον παράδοση δεν προκύπτει από μαρτυρίες.

20

Μαρτυρία ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ συγκάτοικος του Βαλλιάνου: Ξύπνησα περί τας 6 ώρα Ενδυόμενος και βάλλων τα υποδήματα μου, ήκουσα επάνω άγριαν φωνήν. Βλέπω τον Γ. Μαυρομιχάλην να λέγει «σκοτώσαμεν τον Κυβερνήτην και φύγε να πιάσωμεν το σπίτι» …Βαλλιάνε, Βαλλιάνε, εσκοτώσαμεν τον Κυβερνήτη, και φύγε δια να πιάσομεν το σπίτι…είδα τον Βαλλιάνον να κατεβαίνει με την γυναίκα του και εμβήκεν εις την πλησίον του αναγκαίου κάμεραν της οικίας του Ρουάν. Συγχρόνως κατέβαινε και ο Γεώργιος με τον στρατιώτην και εμβήκεν από μικράν πόρταν, όπου υπάγει εις του Ρουάν, και φώναξεν εις τον άλλον τον κρατούντα την θύραν, και εκείθεν υπήγαν εις τον Αντιπρέσβυν Ρουάν»

ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ: Λοχαγός: Εμβαίνον εις την σάλαν βλέπω τον Γεώργιον Μαυρομιχάλη με δύο στρατιώτας και τον Ρουάν, άνωθεν της σκάλας, και εφώναξε, τι είναι; Άμαδε εγώ είδον αυτόν τον Μαυρομιχάλην, πληροφορημένος, ως προείπον, ότι αυτός εφόνευσε τον Κυβερνήτην, εφώναξα voila celui a tye le Presideht ιδού τις εφόνευσε τον Κυβερνήτην. Τότε ο Ρουάν εφώναξε, τι θέλει ο δολοφόνος εδώ;….
ο Γεώργιος «… τραβών μίαν πιστόλα από την μέσην του και φιλών αυτήν, την παραδίδω εις την τιμήν της Γαλλίας και να με παραδώσητε εις την Εθνικήν Συνέλευσιν…»

ΒΑΛΙΑΝΟΣ: Με εξύπνησε ο κουνιάδος μου, λέγων ότι ήλθεν ο Μπεϊζαδές, και τι θέλει; Τότε εγώ ήρχισα να ενδύωμαι, επειδή όμως αυτός εφώναζε, «που είναι ο Βαλιάνος, τον Βαλλιάνων: τότε εγώ εξήλθαν με τα σώβρακα και αυτός φωνάζω με λέγει «τον εσκοτώσαμεν, χίλια κομμάτια έγινε» Ο Μπεϊζαδές με είπε να φύγω τον παρακάλεσα λοιπόν να με αφήση να πάρω την γυναίκα μου, αυτός όμως είχεν ακουμπήσει την πιστόλαν εις το στήθος μου και με εβίαζε ν΄ αναχωρήσω, μετά ταύτα εμβήκεν εις την κάμαραν, όπου ήτο η γυναίκα μου, και έκαμε τα ίδια προς αυτήν, ως εις εμέ, έπειτα ως είμεθα γυμνοί, εκατέβημεν και εξήλθομεν της μικράς θύρας, διευθυνόμενοι προς τον Αντιπρέσβην Ρουάν, αλ’ εις αυτό το μεταξύ μας ηκολούθησε και εξήλθεν ομού με εμάς από την θύραν και επήγε και αυτός στου Ρουάν

21
Αυτές οι μαρτυρίες είναι οι μόνες που λέγουν ότι ο Γεώργιος είπε «τον σκοτώσαμε.»
ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ :
Από την κατάθεση του μάρτυρος κατά του Μαυρομιχάλη καταρρίπτεται ο ισχυρισμός ότι ο Γεώργιος πήγε στην Γαλλική πρεσβεία, «πηδώντας τον τοίχο της» για να ζητήσει άσυλο. Στου Βαλλιάνου μπήκε και για να αποφύγει τον Γεώργιο ο Βαλιάνος κατέβηκε στην αυλή και πήγε στου αντιπρέσβη Ρουάν την οικία, που επικοινωνούσε από τον κήπο. Ακολουθώντας τον ο Γεώργιος μπήκε και αυτός στου Ρουάν. Ούτε ήθελε να «πιάσει» το σπίτι, να προφυλαχθεί ήθελε από τους διώκτες του, για να παραδοθεί σώος.

ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ: φρούραρχος Μονεμβάσιας καταθέτει ότι όταν ξύπνησε από φασαρία και του είπαν ότι Ο Μαυρομιχάλης Γεώργιος (Μπεϊζαδές = υιός Μπέη) σκότωσε τον Κυβερνήτη, έτρεξε να το πει στον στρατηγό Γεράρδο,( στρατιωτικός διοικητής Ναυπλίου) εκεί βρήκε τον Πελιών φεύγοντας από του στρατηγού έφτασε και ο Καλαμογδάρτος. Και οι 4 μαζί πάνε στην Γαλλική πρεσβεία. Αν σκεφτούμε ότι ο Γεώργιος και οι στρατιώτες φύλακες του, μετά την δολοφονία έκαμαν 10 – 15 λεπτά να παν στου Ρουάν και μετά 3 – 5 λεπτά, έφτασε ο Αγγελίδης με την παρέα του, καταλαβαίνουμε ότι πήγαν κατ΄ ευθείαν στου Ρουάν. Ποιος τους πληροφόρησε ότι ήταν εκεί ο Γεώργιος; Διότι όπως είδαμε, ο Γεώργιος πήγε στου Βαλλιάνου την οικίαν, της οποίας μόνον βρήκε ανοικτή την πόρτα. Ο Βαλιάνος, από την πόρτα της αυλής του σπιτιού του, τους πέρασε στου Ρουάν, που συγκοινωνούσαν οι οικίες τους. Μπαίνει στο σπίτι όταν ο Ρουάν είναι στην σκάλα ακόμα, κατεβαίνον από την κρεβατοκάμαρα του, και ερωτά τι συμβαίνει. Τότε μπαίνει ο Αγγελιδης και φωνάζει αυτός σκότωσε τον Κυβερνήτη. Για τις αντιδράσεις του Γεωργίου δεν θυμάται παρά μόνον ότι παρέδωσε την πιστόλα φιλών αυτήν και ζήτησε να τον παραδώσουν στην Εθνική συνέλευση. Θυμάται και μία ακόμα λέξη ότι είπε «τύραννον». Επιλεκτική μνήμη.

ΒΑΛΙΑΝΟΣ: Εάν του έβαλε την πιστόλα στο στήθος και έφτασε στο σημείο να απειλήσει με πιστόλα και γυναίκα που κοιμάται στην κρεβατοκάμαρα της, πράξη ασυμβίβαστη με τα Μανιάτικα ήθη, ο Γεώργιος, ώστε γρήγορα να φύγουν, γυμνοί από το σπίτι, για να οχυρωθεί εκεί, τότε γιατί τον ακολουθεί τον Βαλλιάνο κατά πόδας στην έξοδο του από το σπίτι του, και μπαίνει σε σπίτι που δεν γνωρίζει, του Ρουάν ; Τον απειλεί να φύγει για να ταμπουρωθεί στο σπίτι, και φεύγει ακολουθώντας τον;

22

Ο ΦΟΝΙΑΣ ΠΑΡΑΔΙΔΕΤΑΙ

Ο Γιώργης Μαυρομιχάλης κατάλαβε πως ο Αλμέϊδα είχε δίκιο κι αποφάσισε να συμμορφωθεί με τις συστάσεις του. Ο μοναδικός όρος που υπέβαλε ήταν να τον συνοδεύσει, κατά την έξοδο του, ο Γάλλος αξιωματικός. Μετά μακρές συζητήσεις ανάμεσα στον πρεσβευτή, το γραμματέα του Ζεράρ και το στρατιωτικό ακόλουθο συνταγματάρχη Πελλιόν αποφασίστηκε να συνοδεύσει ο τελευταίος τον Γιώργη Μαυρομιχάλη στην έξοδο του από την πρεσβεία και να τον παραδώσει στις Ελληνικές αρχές. Πραγματικά, ο Πελλιόν, πιάνοντας τον σφιχτά από το μπράτσο του, τον οδήγησε ανάμεσα από το οργισμένο, απειλητικό και ένοπλο πλήθος και τον παρέδωσε στις Ελληνικές αρχές.

ΤΟ ΕΚΤΑΚΤΟ ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΕΙΟ

Ο φονιάς αρχικά κλείστηκε στο φρούριο Μπούρτζι, το ενετικό κάστρο στο νησάκι του Ναυπλιακού κόλπου, που αργότερα αποτέλεσε τη μόνιμη κατοικία των δημίων του κράτους. Στην συνέχεια, τον μετέφεραν στο κάστρο του Ιτς= Καλέ. Η Κυβέρνηση πιεσμένη από την εχθρική εναντίον του φονιά κοινή γνώμη, αποφάσισε να τον στείλει να δικαστεί από έκτακτο στρατοδικείο.
«Ή σκοτώνετε τον έλεγε ο λαός» όπως διηγείται ο Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματα του, «είτε μη θα κάμωμεν εκδίκησιν μοναχοί μας και θα κάμωμεν ότι ημπορέσωμεν. Τότε ημείς απεφασίσαμεν στρατιωτικόν δικαστήριον»
Όταν αναγγέλθηκε στο φονιά ότι θα δικαζόταν από έκτακτο στρατοδικείον αρνήθηκε ν’ αναγνωρίσει την αρμοδιότητα του δικαστηρίου. Δήλωσε πως είχε το βαθμό του στρατηγού των ατάκτων σωμάτων της επαναστάσεως και ήταν επίσης μέλος της Εθνοσυνελεύσεως, η οποία και μόνη είχε την αρμοδιότητα, κατά τη γνώμη του, να τον δικάσει, αφού ως σώμα υφίστατο νόμιμα.
Ο ιστορικός της Καποδιστριακής περιόδου Τρύφων Ευαγγελίδης γράφει στην «Ιστορία του Καποδιστρίου» (σελ. 430-431), ότι η λύση του έκτακτου στρατοδικείου ήταν αντισυνταγματική με τα μέτρα των παλαιοτέρων θεσμικών νόμων του κράτους:
«Σαθρά βεβαίως ην η βάσις της εκ της γερουσίας πηγασάσης εκείνης διαδικασίας. Κατά την στιγμήν όμως εκείνην εμπαθούς ερεθισμού, καθ’ ην ήρχιζεν η δίκη «και η Ελλάς ολόκληρος

23

Όπως καταλάβατε από τις μαρτυρίες και θα δείτε και στην απολογία του, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης. Δεν πήγε στην Γαλλική πρεσβεία, αλλά τον πήγαν, και δεν ζήτησε άσυλο, αλλά ζήτησε να τον παραδώσουν στην Εθνική Συνέλευση. Δεν δια πραγματεύθει τίποτε. Δεν εδέχθει ότι αυτός έκανε την δολοφονία, ΠΟΤΕ. Τώρα ότι ο φοβισμένος για την ζωή του, από το πλήθος, Γεώργιος, έπαψε να φοβάται όταν τον έπιασε από το χέρι σφιχτά ο Πελιών και πέρασε μέσα από το οργισμένο πλήθος και το πλήθος σίγησε και δεν τον λιντσάρισε, όπως λέγαν στον Γεώργιο ότι θέλει να κάνει το πλήθος, απαντήστε μόνοι σας. Βάσει των καταθέσεων των μαρτύρων της εκκλησίας δεν υπήρχε κανένα πλήθος που να θέλει να τον λιντσάρει, διότι απλά κανένας δεν τον είδε να μαχαιρώνει στην εκκλησία, κανένας στου Βαλλιάνου ή στου Ρουάν δεν τον είδαν να έχει στα χέρια του ή στα ρούχα του αίματα, μια και είπαν ότι μαχαίρωσε.

ΤΟ ΕΚΤΑΚΤΟ ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΕΙΟ

Τι θέλουν να μας πουν; Ότι δεν θέλαν να τον δικάσουν αλλά ο εξαγριωμένος λαός τους ανάγκασε, γι αυτό τον πήγαν στρατοδικείο; Αυτό το λεν για να ρίξουν αλλού την ευθύνη της παρανόμου αναθέσεως της δίκης στο στρατοδικείο. Ο Γεώργιος είχε διατελέσει πρωθυπουργός της Ελλάδος. Ο Πρωθυπουργός δεν δικάζεται από στρατιωτικό δικαστήριο. Τώρα έχουμε την πείρα να πούμε ότι σε σκοτεινές υποθέσεις τα στρατοδικεία δικάζουν ευκολότερα υπέρ της απόψεως του κράτους. Εκείνη την στιγμή εκφραστής του κράτους ήταν και ο Κολοκοτρώνης. Ο Γεώργιος ήταν φυλακισμένος στο Μπρούτζι, φυλακή υψίστης σημασίας που θα λέγαμε σήμερα. Πως φοβόταν ο Κολοκοτρώνης ότι «ο λαός μας έλεγε θα, κάμωμεν εκδίκηση μόνοι μας» θα μπορούσε να το κάνει; Άλλα προσπαθεί να δικαιολογήσει ο στρατηγός. Κυβέρνηση ήταν. Όπως ζήτησε για τον εαυτό του αργότερα δίκη νόμιμη, ας την έδινε και στον Μαυρομιχάλη και ας άφηνε τα «μας απείλησε ο λαός.» Ο λαός τους απείλησε και βιάστηκαν μέσα σε δέκα τρεις μέρες να γίνουν όλα, ανακρίσεις, δίκη, εκτέλεση; Ο λαός τους απείλησε και δεν άφησαν να έχει μάρτυρες υπεράσπισης ο Γεώργιος; Ο λαός είπε άρον άρον σταύρωσον αυτόν; Και ο Εσταυρωμένος ήταν αθώος καταδικάστηκε εις θάνατον με συνοπτικές διαδικασίες αλλά μετά από πολλά χρόνια δοξάστηκε στις καρδιές των ανθρώπων. Στα απομνημονεύματα του ο γέρος του Μοριά για να δικαιολογηθεί, αναφερόμενος στην δολοφονία, λέει οικογένεια δολοφόνων τους Μαυρομιχαλαίους και αναφέρει δύο δολοφονίες τους. Επειδή κάποιοι από το σόι, έκανα δύο δολοφονίες, μας λέει ότι είναι αυτό απόδειξη ότι αυτοί σκότωσαν και τον Καποδίστρια; Αν είχε στοιχεία ενοχής τους δεν θα έλεγε αυτό, αλλά αποδείξεις, αλλά αποδείξεις δεν υπάρχουν.
24

πενθηφορούσα εζήτει δικαίωσην» , κατά την έκφρασιν του Στούρτζα, ουδόλως ην δυνατόν να προσδοκά τις ότι ήθελε κατισχύσει ήρεμος τις και αμερόληπτος των πραγμάτων εκτίμησις.
Μετά βιαίαν προανάκρισιν, καθ’ ην δεν επιτράπει τω κατηγορούμενω μηδέ να συγκοινωνήσει καν άνευ μαρτύρων προς τον δικηγόρον αυτού, τον Άγγλον Εδουάρδον Μάνσοον, εκήρυξεν
εαυτό αρμόδιον το υπό της γερουσίας συσταθέν στρατοδικείον, καίτοι ο Μάνσσον σφοδρότατα και ευφυώς προσέβαλε την αρμοδιότητα ταύτην, και κατεδίκασε τους κατηγορούμενους Γεώργιον Μαυρομιχάλην και Ι. Καραγιάννην εις τον δια τουφεκισμού θάνατον, τον δε συνένοχον Α. Γεώργην εις δεκαετή δεσμά. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης μάλιστα κατεδικάσθει και εις των πατροκτόνων πεινήν την αποκοπήν δηλαδή της χειρός, ην εχάρισεν όμως αυτώ ο αδελφός «του υψηλότατου θύματος» Ο υπερασπιστής Μάνσσον επεκαλέσατο υπέρ του πελάτου αυτού την δικαιοδοσίαν της εθνικής συνελεύσεως και εκήρυξεν ευπαρρησιάστως ότι πάσα καταδίκη του Γεωργίου υφ’ οιουδήποτε άλλου δικαστηρίου ήθελεν είναι πολιτική δολοφονία. Ήχησε δε τούτο τόσω προσβλητικώς εις τα ώτα των ευαισθήτων δικαστών, ώστε ο γέρων Φωτομάρας ο πυροβολήσας κατά του Κωνσταντίνου και παριστάμενος νυν ως πρόεδρος του δικαστηρίου ανεκάλεσεν τον Άγγλον εις την τάξιν. Ίδιον αναθεωρητικόν δικαστήριον προς τον σκοπόν τούτον κατασταθέν επεκύρωσεν απλώς την πρωτόδικον απόφασιν, απεκρούσθει δε η περί ακυρότητος ένστασις, ην υπέβαλεν ο Μάνσσον κατά της επικυρωτέας αποφάσεως. Η εκτέλεση της ποινής του Καραγιάννη προτείνοντος ν’ ανακαλύψει σπουδαία ανεστάλη, μετά έξ μήνας επέτυχεν ούτος ν’ απολυθεί εντελώς»

25

Ο ιστορικός Ευαγγελίδης, που έψαξε την υπόθεση γράφει. « ουδόλως είναι δυνατόν να προσδοκά κανείς ότι ήθελαν να κρίνουν ήρεμα και αμερόληπτα τα πράγματα οι δικαστικοί. Μετά την βιαίαν προανάκριση που ούτε να συνομιλήσει με τον δικηγόρο του δεν επιτράπει στον Γεώργιο Μαυρομιχάλη.»
Τον Ευαγγελίδη βέβαια τον έχουν εξαφανίσει να μην τον διαβάζουν διότι έστω και ήπια αμφισβητεί την κρατική εκδοχή της δολοφονίας.

« Η Ελλάς ολόκληρος πενθηφορούσα εζήτει δικαίωση» Αλλά δικαιοσύνη δεν εδόθη στο τριπλό κατά της Ελλάδας έγκλημα, εκτός και αν αποκαλούν δικαιοσύνη την κάλυψη του εγκλήματος κατά του Καποδίστρια με τις δολοφονίες των δύο αθώων Μαυρομιχαλαίων. Όταν λέμε δικαιοσύνη εννοούμε να φανεί η αλήθεια, και δεν εφάνει.

Οι δικασταί ήσαν τόσο ευαίσθητοι που τους ενόχλησαν τα λόγια του υπερασπιστού και όχι «ο τρόπος που εδικάσθην» όπως λέει ο Γεώργιος. Καμία επικοινωνία με τον δικηγόρο του, να μην έχει μάρτυρες υπεράσπισης, να μην αναλύουν τις καταθέσεις, να δέχονται αλλοιωμένα στοιχεία φτάνει να είναι κατά του Μαυρομιχάλη.
Πως είναι δίκαιο και αμερόληπτο, άνθρωπος ο οποίος πυροβολεί κάποιον επειδή και μόνον άκουσε να τον φωνάζουν δολοφόνο, να γίνετε πρόεδρος δικαστηρίου που θα δικάσει συνένοχο του πυροβολημένου; Δεν έχει αποφασίσει πριν καν κάτσει στην έδρα για την καταδίκη του συνενόχου; Αν αθωωθεί ο συνένοχος δεν θα έχει ο ίδιος ευθύνη ότι προέβη σε αδίκημα φόνου πυροβολόν τον Κωνσταντίνο; Ο οποίος μπορεί να ήταν αθώος και αυτός αν αθωώνετο ο Γεώργιος; Πρόεδρος δικαστηρίου, άνθρωπος που εκτέλεσε άνθρωπο, πριν τον δικάσουν; Μήπως συμμετείχε πολύ ενεργά στον γενικό σχεδιασμό της δολοφονίας γι αυτό βγήκε τα χαράματα με γεμάτο όπλο και χωρίς (σαν να τον περίμενε) να σκεφτεί πυροβόλησε έναν που τον κυνηγούσαν και τον φώναζαν δολοφόνο; Σίγουρα κάτι βρωμάει. Όπως βρωμάει η αθώωση του Καραγιάννη στο δεύτερο δικαστήριο. Στο πρώτο καταδικάστηκε σε θάνατο, βάσει της καταθέσεως του. Στο δεύτερο το αναθεωρητικό, συμβουλεύετε να αλλάξει την κατάθεση του και να τα ρίξει όλα στον Γεώργιο και έτσι αθωώνετε και πάει σπίτι του.
Έτσι βγάλαν μετά, ότι η σφαίρα του, χτύπησε στον τοίχο της εκκλησίας, ήταν δική του και όχι του Κωνσταντίνου που κατέθεσε αυτόπτης μάρτυς.

26

ΔΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΩΝ ΔΟΛΟΦΟΝΩΝ

( Από τα φοβερά ντοκουμέντα)
Κατά την διάρκεια της δίκης των δολοφόνων η κυβερνητική επιτροπή άσκησε δρακόντεια λογοκρισία στον τύπο, ώστε να κατευθύνει τη διεξαγωγή της σύμφωνα με τις επιθυμίες της.
Στις 10 Οκτωβρίου δίνεται η περιγραφή της εκτελέσεως του Γιώργη Μαυρομιχάλη.
Στις 4 Νοεμβρίου 1831 αποφασίζεται να έρθουν στο φως τα πρακτικά εκείνης της δίκης μπροστά στο Α’ Διαρκές στρατοδικείο Πελοποννήσου. Μεταφέρουμε εδώ το δημοσίευμα της «Γενικής εφημερίδος της Ελλάδος», η οποία αποτελούσε το επίσημο κυβερνητικό όργανο και στην οποία καταχωρούνταν, εκτός των ειδήσεων, και οι επίσημες κυβερνητικές πράξεις, οι οποίες αποκτούσαν ισχύ με τη δημοσίευση.
« Την 10 Οκτωβρίου δια της υπ’ αριθμόν 78 Γενικής εφημερίδος αναγγείλαμε την εκτέλεσιν των κατά του Γεωργίου Μαυρομιχάλου αποφάσεων του Α’ στρατιωτικού Συμβουλίου των κατά την Πελοπόννησον Ελαφρών, και του Αναθεωρητικού Συμβουλίου,….
Εκ της αναγνώσεως της δικογραφίας έγεινεν δήλον ότι ο Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλαι, οίτινες ευρίσκοντο από τίνος καιρού υπό φύλαξιν εντός του Ναυπλίου, ο μεν Γεώργιος δια επιχειρισθείσαν δολοφονίαν κατά του εξαδέλφου του Ν. Μαυρομιχάλου, αμφότεροι δε ως υπόδικοι δι’ έγκλημα εναντίον της εσωτερικής ασφαλείας, υπήγον την 27 Σεπτεμβρίου εις την εκκλησίαν του Αγίου Σπυρίδωνος, συνωδευμένοι παρά των δύο φυλάκων στρατιωτών της πολιταρχίας Ι. Καραγιάννου και Ανδρέου Γεωργίου και ίσταντο επί της θύρας της εκκλησίας, ο μεν Γεώργιος έσω, ο δε Κωνσταντίνος έξω δεξιόθεν.
Πλησιάσαντος δε του αειμνήστου Κυβερνήτου εις την είσοδον της θύρας επακολουθουμένου παρά των σωματοφυλάκων του Γεωργίου Κοζώνη μονόχειρος, και Δημητρίου Λεωνίδη, αίφνης ο Γ. Μαυρομιχάλης, όστις εφόρει μαύρην καπόταν, εκτύπησε τον Κυβερνήτην με μαυρομάνικον μαχαιρίδιον, το οποίον και ευθύς έρριψε κατά γης, ταυτοχρόνως δε ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, όστις εφόρει μπουρνούζι, ετράβηξε την πιστόλαν του όπισθεν της κεφαλής του Κυβερνήτου, και κατά την αυτήν στιγμήν έρριψε και άλλην πιστόλαν κατά των σωματοφυλάκων της Α.Ε ο Ι. Καραγιάννης, εις των φυλάκων των Μαυρομιχαλών, όστις ίσταντο καταντικρύ αριστερόθεν της θύρας. Αμέσως δε ο μεν Κωνσταντίνος έδραμεν επί τινός ανηφόρου ευρισκομένου αντίκρυ της θύρας της εκκλησίας, και επληγώθη τρέχων από πιστόλαν ριφθήσαν κατ’ αυτού παρά του σωματοφύλακος Γ. Κοζώνη, ο δε Γεώργιος μετά των δύο στρατιωτών της πολιταρχίας έφυγε την ίσην οδόν, διευθυνόμενος, ως ο ίδιος ωμολόγησε, προς την οικίαν Γεράρδου, αλλ’ ευρών πλησίον εκεί ανοικτήν την θύραν της οικίας του Ταγματάρχου Βαλλιάνου εισήλθεν εις αυτήν, κ’ εκείθεν εις την του Αντιπρέσβεως της Γαλλίας Ρουάν δια της πλαγίας θύρας του κοινού μεταξύ αυτών κήπων.»

27

Όταν η κρατική εκδοχή παραδέχεται ότι η Κυβερνητική επιτροπή άσκησε δρακόντεια λογοκρισία για να κατευθύνει την δίκη σύμφωνα με τις επιθυμίες της, ας μην λέει ο Γέρος του Μοριά ότι τους εκβίαζε ο λαός. Άλλος τους εκβίαζε πάση θυσία να δικαστούν οι Μαυρομιχάλαι ως δολοφόνοι και η Κυβερνητική τριαντρία κατεύθυνε την δίκη σύμφωνα με τις επιθυμίες τις δικές της ή της προστάτιδας δύναμης που από τότε ζητούσε την παγκοσμιοπαντοδυναμία της σε όλα τα επίπεδα δια μέσω των τραπεζιτών της Ρότσιλ και άλλων.

Παραδέχονται ότι ο Γεώργιος φορούσε μαύρη καπότα και ο Κωνσταντίνος λευκό μπουρνούζι. Το κατηγορητήριο λέει ότι ο Καποδίστριας πυροβολήθηκε από αυτόν που φορούσε μαύρη καπότα. Μα ο Κωνσταντίνος που κατηγορείτε ότι πυροβόλησε φορούσε λευκό μπουρνούζι. Ο Κωνσταντίνος μας λέει ότι κτυπήθηκε από τον Κοζώνη ενώ έτρεχε το ανηφορικό δρομάκι. Δηλαδή τον πυροβόλησε στην πλάτη. Τότε πως η πληγή του Κωνσταντίνου βρέθηκε στην κοιλιά του;
Όλα που λέει το κατηγορητήριο δεν αποδεικνύονται από καταθέσεις και θέσεις στην εκκλησία των εμπλεκομένων μερών. Έτσι μετά από χρόνια έβγαλαν το παραμύθι «και τα κακά χερόβολα..»

28

Η ΝΕΚΡΟΨΙΑ
Δοκιμασία Ιατρών.

Την 7 ώρα και τρία τέταρτα προ μεσημβρίας της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, οι Ιατροί Σπυρίδων Καρβελάς, Δ. Τρέϊμπερ, Α. Παπαδόπουλος Βρετός, και Ν.Μαράτος, παρόντων του Προέδρου της Γερουσίας Κ.Δ.Τσαμαδού, του Εισηγητού του Α’ Τμήματος της Γερουσίας Κ.Α,Μεταξά και των επι των Εσωτερικών και Εξωτερικών Γραμματέων, επισκεψάμενοι εις Κυβερνητήριον το πτώμα της Α.Ε του αοιδίμου Κυβερνήτου της Ελλάδος Ι.Α.Καποδίστρια, εύρον τα επόμενα, τα οποία εξέθεσαν ως εξής:
Α’. Εις το όπισθεν μέρος της κεφαλής (la region occipitale) μίαν πληγήν σφαιροειδή διαπεραστικήν, της οποίας η περιφέρεια 7-8 γραμμών προξενημένη από πυροβόλον όπλον, η οποία πληγή διευθύνετο από τα δεξιά προς τα αριστερά κάτωθεν προς τα άνω και ετελείωνε προς τον αριστερόν κρόταφον, άνευ βλάψεως του δέρματος.
Β. Εις το άνω μέρος της ιδίας θέσεως μίαν άλλην επιπόλαιον πληγήν τρίγωνον.
Γ. Εις τον δεξιόν βουβώνα (region in guinale), μία ετέραν πληγήν κατά κάθετον γενομένην από όπλον κοφτερόν και οξύ, της οποίας το μήκος ήτον οκτώ ή εννέα γραμμών, και δώδεκα το βάθος.
Εκ της εξετάσεως ταύτης πιστοποιούμεν ότι ο θάνατος της Α.Ε προήλθεν από τας διαληφθείσας πληγάς.

29

ΤΟ ΙΔΙΟΧΕΙΡΟ ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ
(ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ)

Ο ιστορικός Δ.Κόκκινος, ανακάλυψε το ιατρικό ανακοινωθέν των ιατρών του Καποδίστρια, που τον εξέτασαν, μετά το συμβάν. Αυτό το ανακοινωθέν, δεν πήγε ποτέ στο δικαστήριο. Το είχε κρατήσει στο αρχείο του ο γιατρός του ο Σ. Καρβελάς.

«Προσεκλήθημεν εις το παλάτιον της Α.Ε του Προέδρου της Ελλάδος Κυρίου Κόμητος Ιωάν.Καποδίστρια δια να εξετάσωμεν το σώμα του και τα τραύματα, τα οποία επέφεραν τον θάνατον του.
Παρουσία του Προέδρου της Γερουσίας κ. Δ.Τσαμαδού, του Γερουσιαστού κ. κόμητος Ανδ. Μεταξά και του ανωτάτων λειτουργών του κράτους κ. Ν. Σπηλιάδη και Γεωρ. Γλαράκη ηρχίσαμεν αυτήν την αυτοψίαν κατά την 7.45’ και είδομεν τα ακόλουθα:
1) Επί της κατ’ ινίον χώρας μάλλον προς τα δεξιά παρά προς τα αριστερά τραύμα στρογγυλόν εισδυτικόν, πλατύ και επτά μέχρις οκτώ εκατοστομέτρων, κατενεχθέν δια πυροβόλου όπλου, κατευθυνόμενον εκ των προς τα αριστερά και εκ των κάτω προς τα άνω και καταλήγει εις την εξωτερικήν γωνίαν του λοβού του αριστερού ώτος χωρίς να θίγη τα εξωτερικά πτερύγια.
2) Εις το ανώτερον μέρος της ιδίας χώρας έτερον τραύμα όχι εισδυτικόν, τριγωνικόν.
3) Εις την δεξιάν κοιλιακήν χώραν τραύμα δια μεταλλίνου όπλου τέμνοντος και αιχμηρού, μήκους οκτώ μέχρις εννέα εκατοστομέτρων και βάθους ενός ποδός.
Δηλούμεν ότι κατ’ ανωτέραν διαταγήν μας απηγορεύθη εξακρίβωσις περισσότερον προσεκτική επί των τραυμάτων.
Εν τούτοις και εκ μόνης της ερεύνης, την οποίαν εκάναμεν δυνάμεθα να βεβαιώσωμεν ότι ο θάνατος της Εξοχότητος του προήλθεν εκ των αναφερθέντων τραυμάτων.
Εκδίδομεν το παρόν εν πλήρει συνειδήσει.
Εν Ναυπλίω την 27ην Σεπτεμβρίου 1831
Οι Ιατροί
Σ.ΚΑΡΑΒΕΛΑΣ
(Δ.Κόκκινος. «Η Ελληνική Επανάστασις», τόμος 6ος, σελ.684)

Οι διαφορές φανερές, μεταξύ του χειρογράφου του Καρβελά και των ειδήσεων που προσφέρει στον λαό η εφημερίδα της Κυβέρνησης.
Βάζει ξενόγλωσσους όρους, διαφορά της μονάδος μετρήσεως, (γραμμές αντί εκατοστά) αλλά και των περιγραφών των πληγών.
Η πληγή κατά τον Καρβελά ήταν 8-9 εκατοστά πλάτος και ένα πόδι βάθος (δηλαδή 30-33 εκατοστά). Αυτή η πληγή περιγράφετε στην εφημερίδα ως γρατζουνιά. 8-9 γραμμές (χιλιοστά) πλάτος και 12 γραμμές βάθος.
30

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ

Ερωτ. Μόνος εκατοικούσατε εις το Ναύπλιον;
Απαντ. Με την οικογένειαν μου τώρα τελευταίον
Ερ. Που ευρίσκεται τώρα;
Απ. Εις το Ναύπλιον.
Ερ. Αφότου είσθε ελεύθεροι τελευταίον, εις ποίαν εκκλησίαν
εσυχνάζατε;
Απ. Πάντοτε εις τον Άγιον Σπυρίδωνα.
Ερ. Ποίαν ώραν εσυνιθίζετε να πηγαίνετε εις την εκκλησίαν;
Απ. Περί την δοξολογίαν.
Ερ. Οσάκις επηγαίνατε εις την εκκλησίαν, εφορούσατε καπόταν;
Απ. Μάλιστα.
Ερ. Εις τας 27 Σεπτεμβρίου, τι ώραν υπήγατε εις την εκκλησίαν;
Απ. Εις το πρώτον ευαγγέλιον, ως και την παρελθούσαν Κυριακήν.
Ερ. Που εσυνηθίζετε να στέκεσθε;
Απ. Εγώ εις το φύλλον της θύρας, ο θείος μου όμως εις την γωνίαν
της εκκλησίας.
Ερ. Τι ηξεύρετε να μας ειπήτε για το συμβάν εκείνο;
Απ. Αφού εκ δευτέρου μας εφυλάκωσαν, ο θείος μου μου λέγει, «Δεν φεύγομεν μετά παρέλευσιν τριών ή τεσσάρων ημερών;» Εγώ δε τον είπον, ότι δεν φεύγω, επειδή έχω φαμελίαν, και ο πατήρ μου είναι υπό κράτησιν, και επειδή χρεωστώ και εις πολλούς πτωχούς, και τούτο ως πρόφασιν, το είπον, ότι δεν δύναμαι να το κάμω.
Ερ. Τι σας είπε τότε;
Απ. Ότι εγώ σε είχον σε υπόληψιν γενναίου ανθρώπου, και είχα σκοπόν, να σε είπω και άλλα, πλην είσαι δειλός, και πήγαινε πέρα, και άλλους τοιούτους συγγενικούς αστεϊσμούς. Εγώ δε τον απεκρίθην, ότι δεν δειλιώ, αλλά με εμποδίζουν τα συμφέροντα μου, και επειδή εκ δευτέρου μετά δύο ημέρας με το επανέλαβε, δια να το αποφύγω, έστειλα και έφερα την φαμελίαν μου αφού δε έφερα την φαμελίαν μου, πάλιν μίαν ημέραν είπεν, ότι θα φύγει, μολονότι εγώ δεν ήθελα, εγώ τότε τον είπον, μην ριψοκινδυνεύσεις, ενώ είσαι μόνος, άλλ’ αυτός με απεκρίθει, ότι έχει
άλλους έναν ή δύο. Λοιπόν αφού επήγαμεν εις την εκκλησίαν, εγώ εμβήκα μέσα και ακούμβησα εις το φύλλον της θύρας, το οποίον ήτο κλεισμένον, αφού πρώτον ησπάσθην. Ο θείος μου όμως εις το κατώφλιον, και δεν ησπάσθει, μάλιστα εις αυτήν την θέσιν ίστατο πάντοτε. Επειδή δε εις την θέσιν, όπου εστεκόμην, μ’ στενοχώρησαν μερικοί πολίται, επέρασα από το άλλο μέρος ήτοι εμβαίνων δεξιά.

31

Δεν πήγαν μόνον την συγκεκριμένη μέρα στην εκκλησία αυτή αλλά όσο ήσαν στο Ναύπλιο πάντα εκεί επίγαιναν και πάντα έτσι εντίνοντο διότι στην εκκλησία όλοι φορούν τα «καλά τους»

Αυτός ο διάλογος του Κωνσταντίνου με τον Γεώργιο, να φύγουν σε 3-4 μέρες, φέρνει την στιγμή της δολοφονίας την υπόνοια στον Γεώργιο ότι μπορεί να ήταν ανακατωμένος ο Κωνσταντίνος, και του δημιουργεί φόβον..

Όποιος σχεδιάζει δολοφονία απομακρύνει την οικογένεια του από τον τόπο που θα διαπράξει την δολοφονία και δεν φέρνει κοντά στην δολοφονία την έγκυο γυναίκα του και την μικρή του κόρη.

Πάντα εκάθοντω στο ίδιο μέρος στην πόρτα της εκκλησίας για να τους βλέπουν οι στρατιώτες φύλακες τους, οι οποίοι λόγο οπλισμού δεν έμπαιναν στην εκκλησία, όπως και ο Κωνσταντίνος. Στην εκκλησία έμπαινε ο Γεώργιος, διότι ήταν άοπλος.

32

Ερ. Από το ίδιον μέρος ήτον και ο θείος σου;
Απ. Μάλιστα.
Ερ. Ακολουθήσατε λοιπόν την διήγησιν σας.
Απ. Αφού λοιπόν επέρασα από το άλλο μέρος, ήμην εστραμμένος προς την εκκλησίαν, και έβλεπα την εικόνα.
Αίφνης ο Γούτος με λέει, «εις την πάντα, διότι έρχεται ο Κυβερνήτης». Και καθώς εγύρισα να τον ιδώ, έκαμα τόπον υποχωρήσας προς τ’ αριστερά,
αλλ’ έξαυνα ήκουσα έναν κρότον πιστόλας, την οποίαν έρριψεν επάνω του ο θείος μου, ή ένας άλλος, τον οποίον είδον πρωτύτερα, ότι ίστατο έμπροσθεν του, δηλαδή του θείου μου. Εγώ δε ιδών τούτο το αιφνίδιον συμβάν, φοβηθείς, εβάλθην εις φυγήν, και μάλιστα έρριψα και την καπόταν μου, η οποία ήτο μισοπεσμένη, όταν έβγαλα το φέσι μου, δια να χαιρετήσω τον Κυβερνήτην, και φεύγοντας ηθέλησα να έμβω εις εν καινούργιον σπήτι πλησίον εις το Βουλευτικόν, πλην επειδή μ’ εδίωκον οι στρατιώται, έτρεξα ακόμη, και ειδών την θύραν του Δαριώτη κλειστήν έτρεξα ακόμη περαιτέρω , όπου εύρων την θύραν του Βαλιάνου ανοικτήν, εμβήκα μέσα. Εκεί δε ερωτηθείς παρά των γυναικών, τι τρέχει, απεκρίθην, ότι εσκότωσαν τον Κυβερνήτην, μάλιστα τότε είπον εις τους στρατιώτας, οίτινες μ’ εκυνήγουν, να έμβουν μέσα και να κλείσουν την θύραν, δια να μην έμβη λαός Ιδών δε ο Βαλιάνος τούτο, ήρχισε να φωνάζει ομού με τας γυναίκας, και να με διώχνει. Εγώ όμως μη θέλων, εσηκώθει ο Βαλιάνος να φύγει και εξήρχετο από ένα πορτί το οποίον κοινωνεί με οσπήτιον του Ρουάν. Ιδών δε εγώ τούτο, επειδή με ήτο άγνωστον έτρεξα και επήγα εις το άνω ρηθέν οσπήτιον.
Ερ. Εκεί λοιπόν τι εκάματε;
Απ. Ιδόντες με οι δούλοι του Ρουάν,μ’ ηρώτησαν, ποίος είμαι, εγώ δε τους απεκρίθην, ότι είμαι ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης. Ερωτηθείς δε παρ’ αυτών, τι τρέχει, είπον, ότι τον Κυβερνήτην εκτύπησαν, ή εσκότωσαν, και ήλθον, να ιδώ τον Μινίστρον, δια να φυλαχθώ. Υπήγον λοιπόν οι δούλοι επάνω, επειδή με είχον ειπεί, ότι κοιμάται, και εγώ τους είπον να τον ξυπνήσουν, τότε εκατέβει ένας ξηρακιανός, και με έλεγε, φόρα, και με έσπρωχνεν, εγώ όμως εναντιώθην, και του είπα, ποίον διώχνεις, τον δούλον σου; Αυτός
με υβρίζων με ανέβαιναν επάνω, εγώ όμως ηκολούθησα, και ανέβην όπου είδον και τον Ρουάν, όστις άμα με είδεν, με είπεν, έξω (κινών την χείραν) εγώ δε τον απεκρίθην, ότι διαμαρτύρομαι ενώπιον του έθνους, δια να με φυλάξης, και να με παραδώσεις εις την νόμιμον Εθνικήν Συνέλευσιν, και εις την αυτήν στιγμήν ήλθε και ο Στρατηγός Γεράρδος και Καλαμογδάρτης Αντώνιος, εκ δευτέρου πάλιν με είπον, να φύγω, διϊχυριζόμην, και διεμαρτυρίθην εκ νέου, έμεινα.
Ερ. Ερωτήσατε τον θείον σας, ποίοι ήσαν οι δύο, με τους οποίους εσκόπευε ν’ αναχωρήσει;
Απ. Ναι, και με απεκρίθει, τι θέλεις να ηξέρεις αφού δεν έρχεσαι;
Ερ. Με ποίον χέρι επιάσατε το φέσι σας, δια να χαιρετήσετε τον Κυβερνήτην;
Απ. Με το δεξί.

33

Στέκεται μπαίνοντας δεξιά της πόρτα, δηλαδή έχει το άνοιγμα της πόρτας πίσω του, δεν έχει ορατότητα προς τα έξω. Ακούγοντας τον Γούκο να μπαίνει λέγον στην μπάντα ο Κυβερνήτης, γυρίζει να τον δει, αλλά λόγο τοίχου της εκκλησίας, δεν μπορεί και κάνει ένα βήμα αριστερά, για να τον δει. Μπήκε δηλαδή ποιο μέσα στην εκκλησία. Βάζει το χέρι στο φέσι να χαιρετήσει τον Καποδίστρια όταν έρθει ο οποίος είναι έξω, 2-2,5 μέτρα από αυτόν. Τότε ακούει τον πυροβολισμό και κοιτώντας βλέπει τον θείο του και έναν άλλον με τις κουμπούρες στα χέρια. Του δημιουργείτε η υπόνοια ότι ο θείος του μπορεί να πυροβόλησε τον Καποδίστρια, φοβήθηκε και έτρεξε. Από αυτήν την θέση, δεν ήταν δυνατόν όμως να μαχαίρωσε τον Καποδίστρια. Όπως δεν είδε και δεν γνωρίζει ότι ο Καποδίστριας είναι κτυπημένος στον σβέρκο εξ επαφής, και δεν γνωρίζει ότι ο θείος του πήδηξε κοντά στον Καποδίστρια, όταν ο Καποδίστριας ήταν πεσμένος νεκρός, από πυροβολισμό άλλου. Αλλά έχει την επιφύλαξη ότι την πιστόλα μπορεί να την έριξε ο θείος του, αλλά μπορεί να την έριξε και ένας άλλος που στεκόταν μπροστά από τον θείο του. Αν γνώριζε ότι την μπιστολιά την δέχθει ο Καποδίστριας εξ επαφής στον σβέρκο δεν θα δεχόταν ότι την έριξε ο θείος του αλλά και ούτε ο ξηρακιανός που ήταν μπροστά από τον θείο του. Για μαχαίρωμα δεν γνωρίζει τίποτε. Αλλά δεν ερωτάτε καν πως έκανε το μαχαίρωμα.
Ποίοι είναι οι στρατιώτες που τον εδίωκαν; Είναι γραμμένο περίεργα το κείμενο. Αν τον εδίωκαν οι δικοί του όπως αναγράφετε, και τους φοβόταν, τότε ή δεν ήταν στην συνομωσία και αυτοί και αδίκως δικάστηκαν, ή τον κυνηγούσαν άλλοι φαντάροι που δεν δικαιολογείτε να ήσαν τόσο κοντά ώστε να τον διώκουν αμέσως. Αν τον εδίωκαν οι δικοί του φρουροί θα ήσαν τόσο κοντά του που θα μπορούσαν να τον πυροβολήσουν. Όχι μόνον δεν το έκαναν αλλά όταν τους είπε πιάστε την πόρτα αμέσως ταμπουρώθηκαν, υπακούοντας τον. Τον δε Βαλλιάνο δεν τον απείλησε και δεν του είπε ότι σκότωσε τον Καποδίστρια αλλά άλλοι σκότωσαν. Το ίδιο λέει και στου Ρουάν που τον πήγε ο Βαλλιάνος κάνοντας πως φεύγει. Είχε τόση οικειότητα με τον Ρουάν που ξημερώματα 6,3 ή 7, πάει στο σπίτι του κουβαλώντας και οπλοφόρους μαζί του; Άραγε ήταν πάντα η μόνη ανοικτή πόρτα στον δρόμο του, που τυχαία συγκοινωνούσε μα του Ρουάν;

34

Ερ. Δεν ερωτήσατε τον θείον σας, οποία ήτον τα’ άλλα, όπου ήθελε να σας ειπεί, αν τον ακολουθούσατε;
Απ. Όχι διότι υπέθετα, ότι ήτον πράγματα, όπου ηθέλομεν να κάμωμεν έξω μετά την φυγήν μας.
Ερ. Εφέρετε μαζί σας κανέν όπλον;
Απ. Όχι παρά εις ξηρακιανός, όστις ίστατο εις την εκκλησίαν έξω από την θύραν, τρέξας όπισθεν των στρατιωτών, οίτινες μ’ εδίωκαν την ώραν, όπου έφθασα εις την θύραν του Βαλιάνου, και επολεμούσα να την κλείσω με επέταξεν μίαν πιστόλαν, λέγων πάρε την, ερώτησα δε αυτόν, τι είναι, πλην δεν μ’ απεκρίθη. Τη πιστόλαν ταύτην την έδωσα εις τον Γεράρδον.
Ερ. Τον είδατε, άλλην φοράν αυτόν τον νέον τον ξηρακιανόν;
Απ. Όχι
Ερ. Πως λοιπόν αυτός ετόλμησε να σας ρίψει πιστόλαν, ή οποία η ανάγκη να τον ερωτήσετε τι ήτον;
Απ. Δεν ηξεύω πως ετόλμησε, τον ηρώτησα δε κλείων την θύραν.
Ερ. Ποιος πρώτον εμβήκεν εις το οσπήτιον του Βαλιάνου;
Απ. Εγώ.
Ερ. Ενβαίνοντες που εστάθητε;
Απ. Εστάθην εις την θύραν δια να την κλείσω, και να φωνάξω τους στρατιώτας να εμβουν.
Ερ. Ενώ επροσπαθούσες να φυλαχθείς ποίον αίτιον σας παρεκίνησε να πάρετε την πιστόλαν;
Απ. Το έκαμα απροστοχάστως.
Ερ. Πράγμα όπου δεν σας εχρησίμευε (η πιστόλα) διατί το επέρνατε;
Απ. Το έρριψαν και το επήρα χωρίς πρόσκεψιν, και εφώναξα, και ήλθεν εις στρατιώτης δια να κρατήσει την θύραν και με τον άλλον ανέβην επάνω.
Ερ. Διατί ηθέλετε να κλείσουν την θύραν, και να την κρατούν;
Απ. Επειδή είδον όπου εκτύπησαν τον Κυβερνήτην, είδον και τον θείον μου ανακατωμένον, και δι’ αυτό έλεγα να κλείσουν την θύραν δια να μη μας κακοποιήσουν.
Ερ. Είδετε τον Κυβερνήτην φονευμένον ή πεσμένον κατά γης;
Απ. Τον είδα ανακατωμένον με αυτούς, και με την πιστόλαν, έφυγα.
Ερ. Πως λοιπόν ενώ δεν ήσθε βέβαιος, ότι η πιστόλα ετραβίχθη από τον θείον σας, εφοβήθητε τόσον;
Απ. Εγώ σας είπον, ότι τον είδον ανακατωμένον, και ότι και η ευγένεια σου αν ήσουν να ιδείς ένα συγγενή σου ανακατωμένον, έπρεπε να φοβηθείς και να φύγεις.
Ερ. Διατί φεύγοντας είπατε ότι ηθέλετε να καταφύγετε εις το οσπήτιον του Δαριώτη;
Απ. Επειδή εγνώριζα το σπήτι.
Ερ. Δια τι μην ευρών την θύραν του Δαριώτη ανοικτήν ηθέλετε να υπάγετε εις του Γεράρδου;
Απ. Δια τον αυτόν λόγον, όπου υπήγα εις του Ρουάν.
Ερ. Διατί είπετε εις τον Ρουάν να σας παραδώση εις την νόμιμον Συνέλευσιν;

35

Αρνείται ότι είχε επάνω του όπλο. Μπαίνει στο σπίτι του Βαλλιάνου στέκετε στην πόρτα και λέει στους στρατιώτες φυλακές του να έμπουν. Άρα δεν τον εδίωκαν αυτοί, γιαυτό τους λέει να μπουν να κλείσουν την πόρτα για να μην τους κακοποιήσουν. Αν τους κυνηγούσε ο λαός και αυτοί ήσαν συνωμότες, με τέσσερες πέντε κουμπούρες στα χέρια, ο άοπλος λαός θα σταμάταγε. Εκτός αν τους κυνηγούσαν οπλισμένοι.

Εδώ, η απάντηση του Γεωργίου δεν είναι ξεκάθαρη. Τον κυβερνήτη δεν τον είδε πεσμένο αλλά ανακατωμένον με τους άλλους, και μετά έπεσε η πιστόλα που τον έκαμε να φοβηθεί
Πρέπει να έχει μπει το χέρι της λογοκρισίας διότι αυτήν την απάντηση την δίνει για το αν ο θείος του πυροβόλησε. Η ερώτηση πρέπει να είναι έτσι.
«ΕΡ. Είδατε τον θείο σας κοντά στον Κυβερνήτη να τον φονεύει;
ΑΠ. Τον είδα ανακοτωμένον με αυτούς και με την πιστόλα έφυγα.»
Έτσι δικαιολογείτε η επόμενη ερώτηση.
« ΕΡ. Πως λοιπόν ενώ δεν ήσθε βέβαιος, ότι η πιστόλα ετραβίχθη από τον θείο σας…»

Βλέπουμε ότι στου Ρουάν δεν ζητά άσυλο αλλά να τον παραδώσουν στην Εθνική Συνέλευση.

36

Απ. Το είπον ωσαύτως και εις τον Στρατηγόν Γεράρδον, διότι ήξευρα και από τους παρελθόντας χρόνους, ότι εδιαιρέθει το Έθνος εις την Συνέλευσιν του Καστρίου και της Αιγίνης, και εσχάτως ηνώθει εις την Τροιζήνα, και την ένωσιν εστοχάσθην νομιμότητα.
Ερ. Δια τι δεν είπετε να σας παραδώσει εις τον Κυβερνήτην;
Απ. Διότι, ίδων τον θείο μου ανακατωμένον, και τους συγγενείς μου
κατατρεχομένους, επεθύμουν, αφού είδα το κατά του Κυβερνήτου κίνημα του θείου μου να παραδοθώ εις την Συνέλευσιν.
Ερ. Που αφήσατε την πιστόλαν;
Απ. Μου την επήρε ο Στρατηγός Γέραρδος αφού μου την εζήτησεν, καθώς
επήρε παρομοίως ή εδιώρισε, και επήραν και των άλλων δύο.
Ερ. Ποίοι άλλοι ήσαν παρόντες, όταν σας επήραν την πιστόλαν;
Απ. Ο Στρατηγός Γεράρδος, ο υιός του Καλαμογδάρτου, και με φαίνεται να ήτον και ο Κολονέλος Πελιόν και ο Ρουάν επάνω εις την σκάλαν. Αν ήτον όμως άλλος δεν ενθυμούμαι.
Ερ. Τι λόγους επροφέρετε, όταν εδώσετε την πιστόλαν;
Απ. Δεν ενθυμούμαι, εις τοιαύτην περίστασιν ήτον αδύνατον να ενθυμούμαι.
Ερ. Δεν είδετε άλλην φοράν τον Ρουάν;
Απ. Μάλιστα προς το γεύμα ήλθε με τον Καρατζάν και με έλεγε να φύγω, ότι προς τούτο δεν το έκαμα καλά να υπάγω εις το σπίτι του. Εγώ δε τον είπον ότι είναι εντροπή να με αφήσει τώρα, όπου ο λαός είναι εις ταραχήν, και θα με κομματιάσει, ήτοι ενδέχεται να με κακοποιήσει.
Ερ. Πόθεν ήξεύτρετε, ότι ο λαός ήτον εις ταραχήν και ποία διδόμενα έχετε;
Απ. Διότι ο Ρουάν με είπεν, ότι επειδή εσείς εσκοτώσετε τον Κυβερνήτην, εκατάλαβα, ότι ο λαός έπρεπε να ήταν τεταραγμένος. Εγώ δε τον απεκρίθην, εγώ είμαι αθώος, και σας παρακαλώ να μην ανακατώνετε το όνομα μου, ως ακολούθως θέλω το αποδείξει. Ο δε Ρουάν πάλιν επανέλαβεν, ότι να έβγω έξω από την πόρταν, και να υπάγω, όπου θέλω, διότι έχει να γενεί νέα Κυβέρνησης, και εγώ πρέπει να σε παραδώσω, και άμποτε να ευρεθείς αθώος. Αυτά όλα ερέθισαν δια μέσου του Κ. Καρατζά, ο οποίος δεν ήθελεν να κάμει τον διερμηνευτήν, αλλ’ έκαμε τούτο, αφού επαρακαλέσθει πολλάκις από τον Κύριον Ρουάν.
Ερ. Διατί οι δύο στρατιώται ενώ δεν ήσαν συνένοχοι του φόβου σας, και ενώ σας εκυνηγούσαν έμειναν έπειτα μαζί σας;
Απ. Σε προ είπον, ότι τους εφώναξα να έλθουν, να με φυλάγουν, από την θύραν του Βαλλιάνου, και να μη με κυνηγούν, αφού δε ήλθονεις το σπίτι, και με είδον, ότι υπήγαινα εις το σπίτι του Ρουάν έτρεξαν κατόπι μου.

37

Και εδώ η απάντηση του δεν συμφωνεί με την άρνηση του ότι ο θείος του πυροβόλησε. « Είδα το κίνημα του θείου μου, και τους συγγενείς μου κατατρεχομένους και ζήτησα να παραδοθώ στην συνέλευση.» Αυτό το απαντά στην ερώτηση γιατί δεν είπε να παραδοθεί στην Κυβέρνηση.

Βλέπουμε ότι δεν γνωρίζει ο λαός είναι εξαγριωμένος μαζί του. Αλλά λέγοντας του ότι είναι αυτός δολοφόνος, κάτι που το αρνείται στον Ρουάν, λέγοντας του ότι είμαι αθώος και μην ανακατώνετε το όνομα μου, σκέπτεται ότι έτσι θα είπαν στον λαό ο λαός πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδομένος από τις κυβερνήσεις του θα τους πίστεψε, και θα είναι εξαγριωμένος. Ποιος ακούει τους μάρτυρες από τον απλό λαό όταν κυβέρνηση και αξιωματούχοι του λεν ότι οι Μαυρομιχαλαίοι σκότωσαν.

38

Η ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΕΙΣΗΓΗΤΟΥ (ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ)
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ,
( Αντεγγραμένη από το βιβλίο του Κοκκινάνη « Ποιοι σκότωσαν τον Καποδίστρια ΟΧΙ οι Μαυρομιχάλαι»)

Κύριοι!
Το μέγεθος του θεάτρου, εις το οποίον ευρισκόμεθα σήμερον εκτάκτως συναθροισμένοι.. ερχόμεθα με την αμεροληψίαν, ήτις χαρακτηρίζει το επάγγελμα μας να σας ζητήσωμεν όχι εκδίκησιν, δικαιοσύνην… Απεκρούσατε με την ήδη εκδοθείσαν απόφασήν σας τα προδικαστικά εμπόδια, τα οποία εις εκ των εγκαλουμένων ηθέλησε να θέση εις την δίοδον της δίκης… Μόλις, Κύριοι, είχε σημάνει η έκτη ώρα της αυγής…ούτω και εις ταύτην την περίστασιν δύο μόνον τον συνώδευαν….Μόλις με αυτούς πλησιάζει εις το κατώφλιον του ναού….και οι εκ δεξιών και ευωνύμων ώσπερ λέοντες ωρυόμενοι ενεδρεύοντες αυτόν Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάληδες και ο στρατιώτης Ι.Καραγιάννης…τον ασπάζονται τον νέον ασπασμόν του Ιούδα, και αντασπασθέντες ιλαρώς παρά της Εξοχότητός του…υψώνουν το λυσσασμένον και ιερόσυλόν του χέρι, και φευ! Οι μεν πυροβολούν κατά της ιεράς και απαραβιάστου κεφαλής του, ο δε βάφει εις το πολύτιμον αίμα του την πατροκτόνον μάχαιράν του…Άλλος τρέχει εις τα όπλα, άλλος ζητεί πυρίτιδα, άλλος σφαίρας, εν ενί λόγω καθείς εννοεί ότι πρέπει να φροντίση πλέον δια τον εαυτόν του, εν ω προ μίας ώρας εις μόνον εφρόντιζε δι’ όλους….να δεχθή από τας χείρας του ανδρείου πλην ατυχούς Κοζώνη την θανατηφόρον σφαίραν την οποίαν…Με όλας δε τας προσπαθείας των εις αναζήτησιν του σταλέντων στρατιωτών υπό τον αξιωματικόν Μομφεράτον, ο πατροκνόνος επιζήσας εις την πρώτην βολήν, γίνεται παρανάλωμα της ακαταδαμάστου αγανακτήσεως του λαού…όθεν πηγαινάμενος τον εύρον πλησίον της οικίας του Κ. Φωτομάρα κειτάμενον κατά γης& πληγωμένον εις την κοιλίαν, εις το δεξιόν μέρος, περί του οποίου έλαβα όλα τα αναγκαία μέτρα, ώστε να μην ήθελε τον κτυπήση τις, πλην τούτο εστάθη αδύνατον εξ αιτίας της ορμής του λαού,& των ιδίων στρατιωτών. Όθεν εις των στρατιωτών τον εκτύπησε με το κοντάκι του όπλου και εις έτερος με την λόγχην… μετά ταύτα έκραξαν διάφορους πολίτας, και τον εσήκωσαν, και τον έφεραν εις την πλατείαν μεταξύ των στρατιωτών…, Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης και οι στρατιώται Κααραγιάννης και Ανδρέας Γεωργίου διευθύνονται κατά την εξομολόγησιν των εις την οικίαν του στρατηγού Γεράρδου. Αλλ’ ευρόντες επροσθεν των την οικίαν του Ταγματάρχου Βαλλιάνου ανοικτήν, εισέρχονται εις αυτή… Εκείνος έντρομος, δια το οποίον τον κατεδίωκεν αίμα, ο Μαυρομιχάλης, επροσπάθει να κλείση την θύραν δια να μη πάθη και αυτός την τύχην του βδελυρού συγγενούς…Ο ίδιος τρόμος γεννά εις τους συνοδεύοντας αυτόν συμπράκτορας του το ίδιον αίσθημα της προσωπικής συντηρήσεως των. Ο εις ασφαλίζει την θύραν, ο άλλος προφθάνει επάνω με τον Μαυρομιχάλην….Μόλις εβγαίνει εις απάντησίν των ο κ. Σαριδάκης γυναικάδελφος του ταγματάρχου κ. Βαλλιάνου, και με λυσσασμένην χαράν φωνάζει, «Τον εσκοτώσαμεν, τον τον εκάμαμεν χίλια κομμάτια»
39

Η αμεροληψία πρέπει να χαρακτηρίζει τον δικαστή αλλά πολλάκις η αμεροληψία του είναι ταυτισμένη με τους άρχοντες και όχι με την δικαιοσύνη. Επειδή πιστεύω ότι όλοι και οι δικαστικοί κρίνονται θα κρίνω την αγόρευση του Εισαγγελέα.
Από πιάν μαρτυρία ω εισαγγελέα, βγαίνει ότι «ως λέοντες ωρυόμενοι
Ενεδρεύοντες αυτόν», από πού προκύπτει ότι ασπάστηκαν τον ασπασμό του Ιούδα, τον Καποδίστρια; Από μαρτυρία όχι. Από την ανάγκην σου να δικαιολογήσεις τον εξ επαφής πυροβολισμό στον σβέρκο του Καποδίστρια, δημιουργείς το παραμυθάκι του ασπασμού.
Αφού τον μαχαίρωσε ο Γεώργιος και γέμισε αίματα το μαχαίρι, πως και δεν βάφτηκε στα αίματα και ο ίδιος;
Εάν το γενναίος αλλά άτυχος Κοζώνης πυροβόλησε τον τρέχοντα να σωθεί Κωνσταντίνο στην πλάτη πως ευρέθη να έχει μόνον στην κοιλιά πληγή;
Το οποίο παραδέχεται αμέσως μετά ο εισαγγελέας. Λέει ότι το πλήθος λαού τον κακομεταχειρίσθει και αναφέρει το κτύπημα του κοντακίου και το λόγχισμα. Μα αυτά δεν τα προξένησε ο «αγανακτισμένος» λαός, αλλά οι στρατιώτες. Οι πολίτες τον πήγαν στην πλατεία.

Εάν και οι στρατιώτες φύλακες των Μαυρομιχαλαίων ένοιωθαν ότι και ο Γεώργιος τότε πως μας λεν ότι τον κυνηγούσαν; Αν ήταν συνωμότες θα ένηθαν το ίδιο. Αν δεν ήταν θα τον κυνηγούσαν να τον συλλάβουν όντως.
Ο εισαγγελέας πάντως τους θεωρεί συνωμότες.

40

Παρουσιάζεται εις αυτόν ο Σπ. Κυπαρίσσης και ακούει και αυτός τας ιδίας εκφράσεις, ως και ο κ. Βαλλιάνος. Οι τετυφλωμένοι και αποπλανηνένοι στρατιώται μιμούμενοι τον επάξιον οδηγόν των, εξεμούσι και αυτοί τας αυτάς μανιώδεις εκφράσεις, «Τον εσκοτώσαμεν, τον εκάμαμεν χίλια κομμάτια»…Ο Γεώργιος παρουσιάζεται εις τα παράθυρα δια να τα κλείση, αλλά ιδών κάτωθεν τους στρατιώτας του πολιτάρχου φωνάζει, «φευγάτε διότι σας καίω». Κλείνει τα παράθυρα, θέτει εις αυτά προσκέφαλα δια να κατασκευάσει προμαχώνας, και έντρομος ακόμα ύστερον από όλας αυτάς τας προφυλάξεις, αφίνει και αυτήν την οικίαν και μεταβαίνη να εύρη άσυλον εις την απαραβίαστον οικίαν του κ. Αντιπρέσβεως της Γαλλίας. Εκεί επαναλαμβάνει τα μανιώδη κινήματά του. Τρεις μάρτυρες παρευρεθέντες, οι κ.κ. Καλαμογδάρτης, Φ. Αγγελίδης, και ο κ. Βρεζήλης. Τον βλέπουν φιλούντα την πιστόλαν, την οποίαν παρέδιδε εις τον κ. Αντιπρέσβυν και προφέροντα φράσεις διακεκομμένας, από τας οποίας δεν διακρίνουν, ειμή μερικάς λέξεις ως, Τιμή, πατρίς, ελευθερία, τύραννον, και άλλα τέτοια. Παραδίδων την πιστόλαν, ζητεί να κριθή από την Εθνικήν Συνέλευσιν. Διότι, λέγει, φωνάζουν, πως εσκότωσα τον Κυβερνήτην…Ο κ. Ρουάν λέγει, τον διατάσσει να αναχωρήση από την οικίαν του, την οποίαν μολύνει η παρουσία του. Αλλ’ αυτός δεν ακούει. Φοβείται, λέγει, να εκτεθή εις την ορμήν του λαού, και προκρίνει, κατά την μαρτυρίαν του Στρατηγού
Γεράρδου να φονευθή εντός της Αντιπρεσβείας, παρά να διαβή το κατώφλιον της θύρας της. Ο Λοχαγός Υπασπιστής Πίσσας τον ήκουσε να λέγη ομοίως ότι δεν εβγαίνει, έως ου συγκαλεσθή η Εθνική Συνέλευσις, και ότι αυτοί, δηλ. οι στρατιώται, δεν είχον καμίαν είδησιν αφ’ όσα αυτός και ο θείος του ο Κωνσταντίνος έπραξαν. Προσθέτει ότι ηξεύει πως θα αποθάνει, και τον επιφορτίζει να ειπή της γυναικός του να πάρη άλλον άνδρα, και τοιαύτα προδίδοντα την τύψιν του συνειδότος του…. Το σύστημά των, κύριοι, καθώς και το σύστημα όλων σχεδόν των κεφαλικών ενόχων, εστάθη μέχρι τούδε η άρνησις. ΑΡΝΕΙΤΑΙ ο Γεώργιος ότι έπραξε το παραμικρόν κατά του Κυβερνήτου, και αν τον ακούσωμεν, ο θείος του Κωνσταντίνος πρέπει να εστάθη και αυτός ΑΘΩΟΣ. Αρνείται ο Καραγιάννης, αρνείται ο Ανδρέας. Και ο μεν Μαυρομιχάλης προσπαθεί να αθωώση και τους στρατιώτας, διότι οι στρατιώται δωροδοκηθέντες, και φθαρέντες, δεν ήσαν πλέον στρατιώται της Πολιταρχίας, αλλά δορυφόροι του Μαυρομιχάλου. Οι στρατιώται όμως, των οποίων η κουφότης είχε κολακευθή με αφθόνους υποσχέσεις δόξης, τιμών, πλούτου, βλέποντες σήμερον την πλάνη των, ομολογούσιν ο Γεώργιος είναι ο αυτουργός της περί το υπογάστριον καιρίας πληγής του Κυβερνήτου, και μόνο προσπαθούν να αθωώσωσι τον εαυτόν των. Μάταιαι προσπάθειαι. Ο εγκληματίας προδίδεται και από αυτήν την σιωπήν του….Τρεις μάρτυρες ο

41

Ότι οι στρατιώτες φώναξαν και αυτοί «τον σκοτώσαμε τον κάναμε χίλια κομμάτια» προκύπτει μόνον από την φαντασία του εισαγγελέως και όχι από μαρτυρίες άλλων ή των ίδιων.
Από το παράθυρο ο Γεώργιος φωνάζει στους στρατιώτες « φύγετε γιατί σας καίω» Αυτοί οι στρατιώτες δεν είναι οι σωματοφύλακες του οι οποίοι είπαν ότι «τον σκοτώσαμε..» Είναι άλλοι που τον εδίωκαν. Ξεκαθαρίζει εδώ ο εισαγγελέας ποιοι στρατιώτες τον εδίωκαν. Όχι οι φύλακες του. Πως βρέθηκαν από το στρατόπεδο τόσο γρήγορα εκεί οι στρατιώτες δεν μας ξεκαθαρίζει κανείς.
Από πού προκύπτει ότι έκανε προμαχώνα το σπίτι του Βαλλιάνου και μετά έντρομος αποφασίζει μόνος του και πηγαίνει στου Ρουάν; Οι μαρτυρίες ακόμα και του Βαλλιάνου τον διαψεύδουν, τον εισαγγελέα.
Δεν γίνετε εισαγγελέα μου την μία στιγμή να λέει ότι «σκότωσα τον τύραννο» και αμέσως μετά να λέει ότι «φωνάζουν ότι σκότωσα» αρνούμενος δηλαδή ότι σκότωσε.
Από καμία μαρτυρία δεν προκύπτει ότι παρέδωσε την πιστόλα στον Ρουάν, ή ότι είπε ο Γεώργιος ότι «προτιμά να θανατωθεί στην οικία του Ρουάν.
Ούτε ότι είπε « οι στρατιώτες δεν γνώριζαν τι αυτός και ο θείος του έπραξαν»
Μα αν όλα αυτά τα είπε παρουσία μαρτύρων ότι δηλαδή έκαναν την δολοφονία αυτός ο θείος του και οι στρατιώτες φύλακες του είναι δυνατόν μετά λίγες μέρες να τα αρνείται όλα; Βέβαια ο εισαγγελέας λησμονεί τι είπαν οι μάρτυρες, ότι από την πρώτη στιγμή είπε «εσκότωσαν» Απ’ την αγόρευση του εισαγγελέως προκύπτει ότι και για τον θείο του λέει ότι είναι αθώος. «ΑΡΝΕΙΤΑΙ ο Γεώργιος…αν το ακούσουμε και ο Κωνσταντίνος είναι ΑΘΩΟΣ»
¨Όσο για την αλλαγή στάσεως των στρατιωτών το λέγει ξεκάθαρα για να σωθούν οι ίδιοι «ΤΩΡΑ λέγουν ως αυτουργόν τον Γεώργιον»

42

Πολύκαρπος Νικολάου, ο Σωτήριος Μητρόπουλος και ο Ιωάννης Σαράντου, είδον τον Κωνσταντίνον και Γεώργιον Μαυρομιχάλιδες οπού εστέκοντο δεξιόθεν εμβαίνοντες εις την εκκλησίαν, ο εις έσωθεν και ο άλλος έξωθεν, και ένα νέον εξ αριστερών. Αυτοί οι ίδιοι όντες εντός της εκκλησίας και πλησίον εις την πόρταν, και περιπλέον η Παρασκευούλα κατοικούσα άντικρυ της εκκλησίας, έτι δε και οι στρατιώται, οι ακολουθούσαν τον Κυβερνήτην, Γ. Κοζώνης και Δ. Λεωνίδας, ήκουσαν δύο κρότους πιστολιών από το εν και το άλλο μέρος της θύρας….Οι μάρτυρες παριστάνουν και την εξωτερικήν ενδυμασίαν των πυροβολησάντων, ο είς, λέγουν, με άσπρον μπουρνούζι και ο άλλος με μαύρην καπόταν, Αλλά με άσπρον μπουρνόύζι ήτον ο Κωνσταντίνος, και με μαύρον καππότον ο Καραγιάννης, Ο Αστυνόμος, του οποίου η οικία βλέπει εις τον δρόμον, μαρτυρεί προσέτι ότι είδε τον Καραγιάννην διαβαίνοντα δρομέως και με την πιστόλαν ριγμένην και κατεβασμένην. Και μολονότι τον εφώναξεν αμέσως, Στάσου τι είναι; Αυτός δεν απεκρίθη, αλλ’ ηκολούθησε να τρέχη.. …Ο Πολύκαρπος Νικολάου, είδε τον Γεώργιον ως να εσήκωσε το χέρι του από την κάππαν του, και ο Σωτήριος Μητρόπουλος τον είδεν, όταν επλησίασεν ο κυβερνήτης, να συρθή και να πλησιάση εις το κατώφλι. Αλλά δύο πιστολιαίς, έρρίφθησαν κατά του Κεβερνήτου, και απεδείχθη από τας πολυαρίθμους και ομοφώνους μαρτυρίας, ότι την μεν έρριψεν ο Κωνσταντίνος, την δε ο ιστάμενος αριστερόθεν της πόρτας Ιωάννης Καραγιάννης…Οι δύο εγκαλούμενοι στρατιώται θέλοντες να υπερασπισθούν τον εαυτόν των λέγουν, ότι ακολουθούσαν τον Γεώργιον δια να τον φονεύσουν ως φονέα του Κυβερνήτου. Θεωρούν άρα ως ομολογούμενον ότι αυτός ήτον εις των δολοφόνων…Τέλος πάντων, ως παρετηρήσαμεν ήδη, ο Ανδρέας Γεωργίου ομολογεί, ότι και οι δύο Μαυρομιχάλιδες ώρμησαν κατά του Κυβερνήτου, και προσθέτει εις άλλην του ερωταπόκρισιν, ότι ο Γεώργιος τον εκέντησε με το μαχαίρι… Ο φόνος του Κυβερνήτου εστάθη ογλιγορώτερος, από μίαν αστραπήν. Δεν είχε λοιπόν κανείς εκ των φονέων καιρόν, να κτυπήση και με την πιστόλαν και με το μαχαίρι. Λοιπόν ο λόγος του Ανδρέου επικυρούται από όλας τας περιστάσεις, και το μαχαίρι, το οποίο οι μάρτυρες Κοζώνης και Λεωνίδας είδον πλησίον του σώματος του Κυβερνήτου, ήτον το μαχαίρι, με το οποίον ο Γεώργιος εδολοφόνησε την Εξοχότητά του. Το επαναλαμβάνομεν, δεν ημπορούσε να είναι του Καραγιάννου, καθότι ο Καραγιάννης έρριψε με την πιστόλα και δεν είχε πλέον καιρόν να κτυπήση με το μαχαίρι. Δεν ημπορούσε να είναι του στρατιώτου Ανδρέα, καθότι ούτος κατά την παράστασιν των μαρτύρων εστέκετο εις το άντικρυ μέρος του δρόμου κατά τον εκεί τοίχον. Δεν ημπορούσε να είναι του Κωνσταντίνου, καθότι και αυτός ενησχολείτο να ρίψη με την πιστόλαν, και έπειτα το μαχαίρι του ευρέθη επάνω του, όταν συνελλήφθη μετά μισήν περίπου ώραν, περιχυμένον από πηγμαίνον και μαύρον αίμα, το οποίον είχε ρεύσει από τας πολυαρίθμους πληγάς του. Εκτός τούτων των παρατηρήσεων, ο Γεώργιος ηκούσθη από έξ μάρτυρας να φωνάζη, ότι

43

Ο Πολύκαρπος Νικολάου λέει και αποκρύπτει ο εισαγγελέας ότι η σφαίρα από την μεριά του Κωνσταντίνου «ως φαίνετε εκτύπησεν εις τον τοίχον» Άρα, δεν πυροβόλησε ο Κωνσταντίνος, αλλά κάποιος απέναντι του, και έτσι κτύπησε στον τοίχο της εκκλησίας. Ο δε Μητρόπουλος καταθέτει ακόμα και αποσιωπάτε από τον εισαγγελέα ότι ο Γεώργιος ήταν στο κατώφλι της πόρτας. Δεν πλησίασε δηλαδή τον Καποδίστρια. Η Παρασκευούλα καταθέτει «πλησιάσας ο Κυβερνήτης εις την θύραν της εκκλησίας δύο τους οποίους δεν γνωρίζω ετράβηξαν δύο πιστόλας επάνω στον Κυβερνήτη…» Λέει δεν τους γνωρίζει. Μα βούιξε το Ναύπλιο ότι οι Μαυρομιχαλαίοι σκότωσαν και δεν τους κατονομάζει; Ο Σαράντου καταθέτει ότι ο φορών την μαύρη καπότα σήκωσε το χέρι και πυροβόλησε στο κεφάλι τον Κυβερνήτη, συγχρόνως πυροβόλησε και ο άλλος με το λευκό μπουρνούζι. Να ρωτήσω αφού γνώριζαν τα ονόματα των Μαυρομιχαλαίων γιατί δεν τους αναφέρουν με τα ονόματα και λεν τις ενδυμασίες; Η δική μου απάντηση είναι ότι βλέποντες που το πάει η κυβέρνηση και φοβούμενοι να πουν δεν ήσαν οι Μαυρομιχαλαίοι δεν λεν ξεκάθαρα όχι δεν ήσαν οι Μαυρομιχαλαίοι αλλά κεκαλυμμένα. Όταν από την πρώτη στιγμή η κυβέρνηση λέει τον πυροβόλησε ο Κωνσταντίνος που φορούσε μπουρνούζι οι μάρτυρες λεν τον πυροβόλησε ένας που φορούσε μαύρη καπότα. Άρα αρνούνται μαλακά να ταυτιστούν με την εκδοχή της κυβέρνησης. Το ίδιο με τον Γεώργιο. Η Κυβέρνηση λέει ότι μαχαίρωσε ο Γεώργιος με το μπουρνούζι οι μάρτυρες λεν ο Γεώργιος φορούσε μαύρη καπότα και ήταν στο κατώφλι της εκκλησίας δηλαδή 2 μέτρα μακριά από τον Κυβερνήτη. Έρχεται και ο στρατηγός Βαλτινός και καταθέτει ότι « ..ευθύς ηκούσθη εις κρότος πιστόλας και έπεσεν ο Κυβερνήτης, και ευθύς έπειτα ηκούσθη και εις έτερος…. ΤΟΤΕ είδον τον Κωνσταντίνον, όπου επήδησε κατά το μέρος όπου έπεσεν ο Κυβερνήτης.»
Ο εισαγγελέας αποκρύπτει όλες αυτές τις καταθέσεις, και για της ατόπου απαγωγής καταλήγει ότι το μαχαίρι ήταν του Γεωργίου αφού δεν μπορεί να ήταν των στρατιωτών και του Κωνσταντίνου. Οι άλλοι που ήσαν απέξω από την εκκλησία και δεν είχαν αναζητηθεί δεν τον αφορούν.

44

σκότωσε τον Κυβερνήτην, και περιπλέον τόσον ο Καραγιάννης όσον και ο Ανδρέας ομολογούν, ότι τον ήκουσαν προφέροντα τας λέξεις εις το οίκιμα. Όπου ήσαν κλεισμένοι, εις την Γαλλικήν Αντιπρεσβείαν….Εις μάτην ο στρατιώτης Ανδρέου ελπίζει, ως και ο Καραγιάννης, να υπερασπισθή τον εαυτόν του, λέγων ότι δεν ακολουθούσε τον Γεώργιον δια να κρυφθή μετ’ αυτού, αλλά ότι τον εδίωκε να τον σκοτώση. Ο Δημήτριος Λεωνίδας και ο Γ. Μεσηνέζης μαρτυρούν ότι και οι δύο στρατιώται ηκολούθουν κοντά-κοντά τον Μαυρομιχάλην και έτρεχον μαζί του. Ο Αλεξανδρής, υπηρέτης του Ταγματάρχου Βαλλιάνου, τους είδε κρατούντας την θύραν κατά την προσταγήν του Γεωργίου Μαυρομιχάλου δια να μην εισέλθη κανένας, και αυτό τούτο επιβεβαιεί παραδόξως ο ίδιος Γεώργιος Μαυρομιχάλης. Όχι μόνον λοιπόν οι στρατιώται ήσαν πολλά πλησίον, του Γεωργίου, και εκ τούτου εξελέγχονται ψευδόμενοι ότι ήθελον να τον φονεύσουν, αλλ’ επί τούτοις ήκουον και εκτέλουν ακόμα τας διαταγάς του…Εκτός τούτων είναι άξιον παρατηρήσεως ότι όλαι αι πιστόλαι, δηλ. και εκείναι του Κωνσταντίνου, και εκείναι του Γεωργίου, και εκείναι του Καραγιάννου, αι οποίαι είχον προ ημερών αγορσθή όλαι από τον έμπορον Παξημάδην παρά του Γεωργίου Μαυρομιχάλου και του Σκορδούλη, όχι μόνον λέγω αυταί αι πιστόλαι ήσαν γεμάται με την αυτήν πυρίτιδα, αλλά ήσαν και ητοιμασμέναι με ομοιομόρφους πέτρας, και αι πέτραι των δεμέναι με το αυτό άσπρον και πρόσφατον δέρμα, και κατά τον αυτόν τρόπον… Από τους στρατιώτας πάλιν, οι οποίοι εφύλατον τους Μαυρομιχάληδες, και οι οποίοι έπρεπε να αλλάζωνται καθ’ ημέραν, ο μεν Αντρέας είχε καθίσει τέσσαρας ή πέντε ημέρας κατά συνέχειαν μ’ αυτούς, ο δε Καραγιάννης επέκεινα ενός ολοκλήρου μηνός. Κατά δε την μαρτυρίαν της Καλής Μεληκουνάκη, αυτός είχε και συχνοτάτας μυστικάς ομιλίας με τον Γεώργιον Μαυρομιχάλην, τας οποίας διέκοπτον, όταν αυτή τους έβλεπε, και από τινων ημερών εκοιμάτο εις το αυτό οίκημα και πλησίον του…Από όλα αυτά και από πολλάς άλλας μικράς περιστάσεις, τας οποίας το Συμβούλιον επαρατήρησε λεπτομερέστερον εις τας ερωταποκρίσεις των μαρτύρων, εξάγομεν ότι οι στρατιώται της Πολιταρχίας Ιωάννης Καραγιάννης και Ανδρέας Γεωργίου και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης μετά του φονευθέντος Κωνσταντίνου, συνεννοημένοι προ ημερών μεταξύ των και σύμφωνοι εις την αυτήν απόφασιν εδολοφόνησαν εκ προμελέτης την Α.Ε τον Κυβερνήτην της Ελλάδος Κόμητα Ι.Α.Καποδίστριαν…»
« Δεν μένει άρα καμία αμφιβολία ότι και οι τρεις εγκαλούμενοι, αποδειχθέντες ένοχοι οφείλουν να καταδικασθούν εις την ιδίαν ποινήν της πατροκτονίας και με τον ίδιον τρόπον της εκτελέσεως.»
« Η απόφασίς σας δεν είναι μόνον το αντικείμενον της Ελλάδος. Όλα τα έθνη κύκλω μας υβρισθέντα εις τας πλέον απαραβιάστους αρχάς των. Περιμένουν να κρίνουν την Ελλάδα. Θέλει ιδεί ο κόσμος όλος, όταν αποφασισθή η τύχη τούτων των πατροκτόνων, αν τέσσερα μόνα τέρατα εγέννησε το Ελληνικόν έδαφος, ή αν όλοι μας είμεθα απιστότεροι και από αυτούς τους ανθρωποφάγους…»

45

Δεν μένει καμία αμφιβολία ότι ο εισαγγελέας θεωρεί συνενόχους τον Γεώργιο και τους στρατιώτες φυλακές στον ίδιο βαθμό. Τότε γιατί μόνον ο Γεώργιος θανατώθει και οι άλλοι πήγαν σπίτι τους;
Τέρατα βλέπει ο εισαγγελέας αυτούς που γνωρίζει ότι είναι αθώοι αλλά εκτελεί εντολή να τους καταδικάσει. Τότε αυτός και οι άλλοι δικαστές που δίκασαν αθώους εις θάνατον μάλιστα «πιστοί στων Άγγλων ρύμαση» είς βάρος της πατρίδος τους τι άραγε είναι;
Σε μία ημερίδα για τον Καποδίστρια, ομιλητής για να με αντικρούσει και να με αποστομώσει ότι οι Μαυρομιχαλαίοι όντως σκότωσαν τον Καποδίστρια μου λέει.
« Και ο Πετρόμπεης το παραδέχεται ότι τον σκότωσαν.»
« Που το παραδέχεται;»
« Όταν τον ρώτησαν είπε: Ας όψονται οι Αγγλογάλλοι που σκοτώθηκε ο Καποδίστριας και εγώ έχασα τους δικούς μου.»
Γέλασα ειρωνικά και του είπα.
« Ξαναδιάβασε την φράση μήπως δεις τι είπε ο Πετρόμπεης. Πάντως δεν παραδέχθει αυτός και ο Γεώργιος ΠΟΤΕ ότι σκότωσαν τον Καποδίστρια οι Μαυρομιχαλαίοι.» Ο Πετρόμπεης πληροφορήθηκε τα καθέκαστα όπως τα διέδωσε η κυβέρνηση. Και αυτός πείστηκε ότι αφού η δικαιοσύνη τον καταδίκασε τον Γεώργιο, ήταν ο δολοφόνος του Καποδίστρια. Πάντως στην αναφερόμενη ως διαθήκη του γράφει: « Παν ότι δύναμαι να βεβαιώσω, και δεν θέλω εύρει δυσκολίαν να πιστευθώ, είναι ότι έμαθον τον θάνατον του Καποδιστρίου μετά τον θάνατον αυτού, όταν ολιγώτερον επίστευσα ότι τόσον απότομος καταστροφή έμελλε να μεταβάλλη τας υποθέσεις και την φάσιν των ελληνικών πραγμάτων.»

46

«.. Τούτων απάντων γενομένων με όλην την ακριβή των τύπων διατήρησιν, το αυτό Συμβούλιον την αυτήν ημέραν εξέδωκε την απόφασιν του, καταδίκασαν τον μεν Γ.Μαυρομιχάλην και τον Ιω. Καραγιάννην εις θάνατον, τον δε Ανδρέαν Γεωργίου εις δεκαετή φυλάκισιν με δεσμά εις τους πόδας, και εις δημοσίους εργασίας.
Την απόφασιν ταύτην εντός 24 ωρών εξεκάλεσαν οι καταδικασθέντες ενώπιον του Αναθεωρητικού Συμβουλίου, εννόμως ήδη προ πολλού συστημένου παρά του αοιδήμου Κυβερνήτου της Ελλάδος. Ο συνήγορος του Γ. Μαυρομιχάλου επεχειρίσθη να υποστηρίξη εκ νέου την περί αρμοδιότητος προγεγονυΐαν εξαίρεσιν.
Αλλά και το Αναθεωρητικόν εγκρίναν την περί αρμοδιότητος πράξιν του Α Διαρκούς Στρατιωτικού Συμβουλίου, επεκύρωσε καθ’ ολοκληρίαν την ουσιαστικήν απόφασιν αυτού, λαβούσαν ούτω νομίμως πλήρη την οριστικότητά της.
Ο Κ. Μάνσσων, συνήγορος του καταδικασθέντος Γεωργίου, κατά τα εμβριθή και ελεύθερα καθήκοντά του, μηδεμίαν απόπειραν θελήσας να παραμελήση προς όφελος και απαρτισμό της αναδεχθείσης υπερασπίσεως του πελάτου του, επαρουσίασεν αναφοράν την 9 Οκτωβρίου 1831, δι’ ης εζητείτο ή να παραπεμφθή η υπόθεσις εις άλλο (κατ’ αυτόν) αρμόδιον Δικαστήριον, ή να εμποδισθή η επικύρωσις και εκτέλεσις της αποφάσεως. Η δε Κυβέρνησις παρατηρήσασα ότι δεν δύναται ούτε να παραπέμψη εις έτερον Δικαστήριον την ήδη νομίμως δικασθείσαν υπόθεσιν, ούτε να ακυρώση αυτήν, διότι δεν εκτελεί δικαστικά χρέη, ούτε να εμποδίση την εκτέλεσιν της δια τους οποίους ο αναφερόμενος προβάλλει λόγους, ούτε δι’ άλλην αιτίαν, απέρριψε την αναφοράν του.»
Έτσι τελειώνει το δημοσίευμα της «Γενικής Εφημερίδος» Στο τελευταίο αυτό μέρος, βλέπουμε την προσπάθεια των συνταχθών της Εφημερίδας, ότι ο συνήγορος του Γ. Μαυρομιχάλη έκανε ότι έπρεπε!! Αυτό που πρέπει να επεξεργαστεί το μυαλό μας είναι ποιος είναι ο συνήγορος του Γ. Μαυρομιχάλη. Συνήγορος του ήταν ο ΜΑΝΣΩΝ, τώρα εκ των υστέρων γνωρίζομε τον ρόλο του στην Ελλάδα, κυρίως από την δίκη Κολοκοτρώνη – Πλαπούτα, όπου ήταν εισαγγελέας. Εκεί μας είπε ότι δίδει λογαριασμό. Είναι πλέον γνωστό ότι τον είχαν εδώ οι Άγγλοι, για εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους.

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΚΤΥΠΗΣΑΝ ΟΙ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΑΙΟΙ

Η αιτιολογία πως προσεβλήθησαν που είδαν τον Πετρόμπεη με αλυσίδες και εμμέσως τους ζήτησε να σκοτώσουν σημαδεύοντας μάλιστα με το ραβδί του έν είδη όπλου. Αυτό όμως είναι φανταστικό γεγονός, όπως διαβάσαμε στις καταθέσεις μαρτύρων. Ο Πετρόμπεης αντιθέτως τους είπε ότι σε λίγες μέρες θα ήσαν όλοι μαζί. Ορμώμενοι από αυτήν την προσβολή που

47
ένοιωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι, μας λεν, και θέλοντας να την ξεπλύνουν σχεδίασαν γδικιωμό. Τι είναι ο όρος «γδικιωμός» για τους Μανιάτες;
Όταν ο Μανιάτης πάθει τι προσβλητικό και άδικο από κάποιον, το κρατεί και περιμένει την στιγμή που θα πάρει το δίκιο του πίσω, μόνος του. Την απόφαση για την απόκτηση του δίκιου την παίρνει η μάνα της οικογένειας και αποφασίζουν ποιος θα το κάνει. Πάντα βάζουν κάποιον που να μην έχει υποχρεώσεις οικογένειας. Όταν γίνει το συμβάν ο εκτελών τον γδικιωμό δεν αρνείται ποτέ ότι τον διέπραξε. Αντιθέτως νιώθει περηφάνια που τον διέπραξε αυτός και όλη η οικογένεια του, και τον έχουν σε εκτίμηση και οι άλλες οικογένειες. Εάν τώρα οι Μαυρομιχαλαίοι είχαν κάνει την δολοφονία για γδικιωμό όπως κατηγορούνται ΔΕΝ θα το αρνιόντουσαν. Το αρνήθηκαν; ΔΕΝ το έκαναν.
Οι Μανιάτες ως πολλοί θρήσκοι δεν έκαναν δολοφονία ποτέ σε εκκλησία μέσα ή απ’ έξω. Αυτός είναι ένας βασικός λόγος ότι ΔΕΝ το έκαναν, όταν μάλιστα μπορούσαν να το κάνουν στο δρομάκι που συναντήθηκαν το πρωί.
Αυτοί οι δύο Μαυρομιχαλαίοι ήσαν πολεμιστές – στρατηγοί μπαρουτο καπνισμένοι. Αυτοί που νίκησαν τον Ιμπραήμ, όταν κανείς άλλος ούτε ο Κολοκοτρώνης το μπόρεσε. Αυτοί εάν θέλαν να κάνουν την δολοφονία χωρίς να φανούν ότι την έκαναν ίδιοι, είχαν τρόπο να βάλουν άλλους να την κάνουν. Εάν παρά ταύτα, θέλαν να την κάνουν αυτοί οι ίδιοι και μπροστά στην εκκλησία, κόντρα στα θρησκευτικά τους πιστεύω, που θα τους έβλεπαν άνθρωποι, δεν θα το αρνιόντουσαν και θα έμεναν εκεί. Δεν είναι περίεργο να μας λεν ότι θέλαν να τους δουν που θα σκότωναν και αυτοί παρ’ όλο που τόσοι τους είδαν, το αρνιόντουσαν; Βέβαια οι καταθέσεις λεν ότι δεν είδαν αυτούς αλλά έναν με μαύρη καπότα, που πυροβόλησε τον Καποδίστρια.
Μαύρη καπότα λεν φορούσε ο Γεώργιος αλλά τον Γεώργιο τον κατηγόρησαν ότι μαχαίρωσε με το μαυρομάτικο.
Μήπως οι σχεδιαστές της δολοφονίας περίμεναν την τύχη του Κωνσταντίνου να την έχει και ο Γεώργιος,; Δηλαδή να σκοτωνόταν επί τόπου και έτσι οι μάρτυρες που θα κατάθεταν ότι ένας με καπότα που πυροβόλησε όλοι θα ήταν σίγουροι ότι ήταν ο προσβεβλημένος γιός του Πετρόμπεη; Δεν τους βγήκε, έζησε και αναγκάστηκαν να τον κατηγορήσουν για μαχαίρωμα με μαυρομάτικο πλαστογραφώντας το ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου.
Διότι κάποιος με καπότα πυροβόλησε, αλλά κανένας δεν έψαξε να τον βρει.
Γιατί να θέλουν τον Γεώργιο σκοτωμένο; Μα θα ήταν ο επόμενος κυβερνήτης της Ελλάδος. Οι σχεδιαστές όμως δεν θέλαν Έλληνα ξανά κυβερνήτη και μάλιστα κάποιον που να θέλει να μεγαλώσει και άλλο την Ελλάδα, κάποιον που να θέλει σαν τον Καποδίστρια την Ελλάδα Ευρωπαϊκή δύναμη πολιτισμού. Θέλαν έναν δικό τους μη Έλληνα. Έτσι έφεραν τον

48
Όθωνα. Αλλά όταν ο Όθωνας ταυτίστηκε με τους Έλληνες και ζητούσε και αυτός την μεγάλη Ελλάδα, τον έπαυσαν, από βασιλιά της Ελλάδας.
Αν πάλι θέλαν να μην συλληφθούν μετά την δολοφονία οι Μαυρομιχαλαίοι θα είχαν σχεδιάσει οδό διαφυγής. Δεν θα έκαναν τόσο ερασιτεχνική επιχείρηση. Εκτός κι αν άλλος σχεδίασε με μαεστρία την δολοφονία και τους ενέπλεξε.
ΔΕΝ σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι διότι κανένας αυτόπτης μάρτυς δεν τους κατονομάζει ως δολοφόνους.
ΔΕΝ σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι διότι ούτε οι σωματοφύλακες του Καποδίστρια καταθέτουν ότι αυτοί μπήκαν μπροστά τους και τον πυροβόλησα, στον σβέρκο.
ΔΕΝ σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι διότι από την πόρτα της εκκλησίας δεν μπορεί να πυροβόλησαν τον κατά πρόσωπο ερχόμενο Καποδίστρια στον σβέρκο.
ΔΕΝ σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι διότι σε μία επιχείρηση δολοφονίας, που θα γίνει μάχη με τους σωματοφύλακες, δεν πας άοπλος. Μόνον ο Κωνσταντίνος είχε όπλο, που όταν έριχνες μία μπιστολιά χριαζόσουν χρόνο να ξαναγεμήσεις, για να ξαναρίξεις. Για τέτοια επιχείρηση θα είχαν από τρείς μπιστόλες ο καθένας τους, μα ο Γεώργιος ήταν άοπλος τελείως.
Τότε πως μαχαίρωσε με την χατζάρα 33 εκ. μήκος; ΔΕΝ μαχαίρωσε και ως άοπλος έτρεξε να φύγει.
ΔΕΝ σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι διότι χατζάρα 33 εκ. δεν κρύβεται,
Ο δε Γεώργιος ήταν μέσα στην εκκλησία πώς να τον μαχαιρώσει;
ΔΕΝ σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι διότι ο αυτόπτης μάρτυρας καταθέτει ότι ακούστηκαν οι πυροβολισμοί, είδε τον Κυβερνήτη στο έδαφος και τότε πετάχτηκε, ο Κωνσταντίνος κοντά στον Καποδίστρια.
ΔΕΝ σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι διότι εισαγγελέας για να τους κατηγορήσει αναφέρει παραποιημένες ή αποκρύπτει στοιχεία από τις καταθέσεις των μαρτύρων, εις βάρος τους. Αν είχε στοιχεία δεν θα κατάφευγε σε παραμύθια.
ΔΕΝ σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι γι αυτό τους επεφύλαξαν τέτοια συμπεριφορά. Στον Κωνσταντίνο, τον σκότωσαν να μην καταθέσει, τι και ποιον είδε, να σκοτώνει τον Καποδίστρια. Στον Γεώργιο που τους ξέφυγε, και έζησε, τέτοια παρωδία δίκης και ατιμωτικού θανάτου. Αν ήσαν αυτοί οι δολοφόνοι θα έδιναν στοιχεία ενώ τώρα μας λεν παραμύθια για «κακά χερόβολα»
ΔΕΝ σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι διότι ο δολοφόνος φορούσε «μικρόν καπότο». Ο Κωνσταντίνος όμως φορούσε μπουρνούζι, ο δε Γεώργιος που λεν ότι μαχαίρωσε, μακρύ καπότο και δεν είχε αίματα, ούτε στα χέρια του, ούτε στα ρούχα του. Το δε ιατρικό πόρισμα πήγε παραποιημένο, ως προς την πληγή των 9Χ33 εκατοστών, σε 9Χ12 χιλιοστών, στο δικαστήριο.
49

ΔΕΝ σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι διότι ως την τελευταία στιγμή της ζωής τους αρνιόντουσαν ότι το έκαμαν, το κακό. Ο δε Γεώργιος έγραψε στην διαθήκη του λίγο πριν εκτελεστεί, « ας τους συγχωρήσει ο θεός, για τον άδικο τρόπο που με δίκασαν, και άδικα με καταδίκασαν.» Ως σπουδαίος Έλλην ζητά να μην υπάρξουν αντεκδικήσεις δια τον άδικο θάνατο του, αλλά οι Έλληνες να κάνουν σύνταγμα και νόμους ελευθέρους για τα δίκαια της ΕΛΛΑΔΑΣ.
ΔΕΝ σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι διότι ακόμα και σήμερα οι Άγγλοι έχουν την υπόθεση δολοφονίας του Καποδίστρια «ΑΚΡΩΣ ΑΠΟΡΡΗΤΗ» και δεν δίνουν στοιχεία. Αν ήσαν έτσι όπως μας τα έχουν διδάξει τα γεγονότα για την δολοφονία θα τα έδιναν. Κάτι πολύ σημαντικά γι αυτούς κρατούν μυστικά. Το ένα είναι ότι φόρτωσαν την δολοφονία στους Μαυρομιχαλαίους. Ένα άλλο ποιοι την οργάνωσαν και ποιοι την εκτέλεσαν και πόσοι εμπλέκονται στην διαφυγή των δολοφόνων, Ποίοι εμπλέκονται στο να δικαστούν οι Μαυρομιχαλαίοι, τι σχέση έχουν με όλα αυτά, δολοφονία –συγκάλυψη, η τριανδρία Κυβέρνηση που τον διαδέχθει.

ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ

Εν ονόματι του Ιησού Χριστού και Θεού,της Υπεραγίας ημών Δεσποίνης, των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων αμήν.
Επειδή μέλλω ως άνθρωπος να αποθάνω δέομαι θερμώς να με συγχωρήσωσι τον αμαρτωλόν και να με ελεήσουν, ως φιλάνθρωπος, πολυέλαιος και πολυεύσπλαχνος οπού είναι ο Ιησούς Χριστός μας, μεσιτεία της Υπεραγίας Δεσποίνης, των αγίων, αγγέλων και αρχαγγέλων. Ακολούθως δε αιτώ δακρυρροών συγχώρησιν παρ’ όλων των Χριστιανών και παρ’ όλων των ανθρώπων εις όσους έπταισα ή και μη, οίτινες έστωσαν παρ’ εμού του αμαρτωλού συγχωρησάμενοι, και ο Κύριος μας να τους συγχωρήση και αναπαύση εν κόλποις Αβραάμ, ότι ο παρών κόσμος είναι πρόσκαιρος και μάταιος και έκαστος ας αγωνισθή να απολαύση το έλεος και συγχώρησιν του Χριστού και Θεού μας ίνα κερδίση την παντοτινήν ζωήν, ει δε αλλοίμονον ως και εις εμέ τον αμαρτωλόν.
Έστωσαν δε συγχωρημένοι και όσοι με κατεδίκασαν εις θάνατον και ο Θεός μας ας τους συγχωρήση και ουδείς των συγγενών μου δηλαδή πατρός, μητρός, αδελφών, θείων ή και αυτής της πολυπαθούς και ταθλιμμένης γυναικός μου, να εγκαλέση τινά εξ αυτών, ούτε προσέτι η ίδια πατρίς μου δηλαδή η Ελλάς να ζητήση, ένεκα της αδίκου κρίσεως και τρόπου οπού εκρίθην, ικανοποίησιν, αλλά δέομαι των πάντων ομογενών μου Ελλήνων να ενωθώσι ειλικρινώς και να υπερασπισθούν τα δίκαια της φιλτάτης Πατρίδος μας Ελλάδος, υπέρ της οποίας αποθνήσκω και εγώ ο
50

αμαρτωλός, να στερεώσουν τρόπον ελεύθερον εκλογών, σύνταγμα και νόμους ελεύθερους και υπέρ της διατηρήσεως των οποίων να μάχονται, ως διδάσκει ο θείος απόστολος, μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος. Δέομαι θερμώς όλης της Ελλάδος και όλων των Αξιωματικών, πολιτικών και στρατιωτικών, να αγαπούν και να υπερασπισθούν τους δυστυχείς γονείς μου, ως και την τεθλιμμένην σύζυγόν μου.
Επίσης δε, δέομαι θερμώς και των τρίτων φιλάνθρωπων Δυνάμεων, αίτινες έχυσαν τόσον αίμα και τόσας άλλας πολυειδείς θυσίας υπέρ της Ελλάδος έκαμαν, να μην ανεχθούν επομένως και ακολούθως να δουλωθή από κανένα άνθρωπον, αλλά να στηρίξουν την ελευθερίαν της και τους καλούς της νόμους και να την υπερασπίζονται και να ευνοούν τους γονείς μου και λοιπούς συγγενείς μου. Επομένως από όλα αυτά αιτώ δακρυρροών την ευχήν και συγχώρησιν του Σεβαστού Πατρός μου, της μητρός μου, της Κυρούλας μου, των θείων μου, των αδελφών μου και εξαδέλφων μου και όλων των συγγενών μου και ας είναι και ούτοι συγχωρημένοι από τον Ιησούν Χριστόν μας και από εμέ τον αμαρτωλόν. Ας με συγχωρήσουν οι γονείς μου εις ότι τους έπταισα εκ νεότητος μου και η ευχή μου ας δυσωπήση τον Χριστόν και Θεόν μας εις το να ελεήση και εμέ τον αμαρτωλόν.
Σε αφιερώνω εις την Κυρίαν μας Θεοτόκον, γλυκυτάτη μου συμβία, και σε εξορκίζω εις αυτήν να μην υπανδρευθής και μείνη η Φωτεινή εις τους πέντε δρόμους ή την κτυπά ο άνδρας σου. Σε εξορκίζω πάλιν εις την χάριν της να μην υπανδρευθής, αλλά καθώς, όταν έπιπτε μεταξύ μας λόγος, με ωρκίζεσο ότι δεν θέλεις το κάμνει ποτέ, εάν μοι ακολουθήση θάνατος. Ιδού λοιπόν τώρα οπού αποθνήσκω και σε παρακαλώ θερμώς και σε εξορκίζω εκ τρίτου εις την Κυρίαν μας Θεοτόκον να μην υπανδρευθής, αλλά να σταθής χήρα με σωφροσύνη και τιμιότητα, νηστείαν και προσευχήν, αγαπητή μου γυναίκα, διότι τούτου του κόσμου είναι όλα πρόσκαιρα και μάταια. Λοιπόν, να αναθρέψης καλώς την Φωτεινήν και αν ο Θεός θελήση και αποκτήσης αρσενικόν παιδίον, οπόυ είσαι έγγυος, να το ονομάσης Γεώργιον, εί δε και αποκτήσης θηλυκόν να τ’ ονομάσης Γεωργίτσαν. Και να έχεις και το όνομα μου τοιουτοτρόπως πάντοτε εις την μνήμην σου. Να περιποιείσαι τα παιδιά μας αν μας χαρίση και άλλο ο Θεός και Χριστός μας, να φυλάττης την ζωήν τους και να τα διδάξης τα γράμματα, την χρηστομάθειαν, την ευσχημοσύνην και τιμιότητα. Να ζης πάντοτε με τον καλοκάγαθον πενθερόν σου και να μη καθήσης μόνη σου, διότι ο κόσμος θα σε επισωρεύση πολλά..
Εγράφη παρ’ εμού του υποφαινομένου, ιδία χείρι και υπεγράφη
1831 Οκτωβρίου 10, Φρούριον Παλαμηδίου.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ έγραψα και βεβαιώ»

51

Κ Α Τ Α Θ Ε Σ Ε Ι Σ :

ΑΥΤΟΠΤΕΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Όπως τις εδημοσίευσε η «ΓΕΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΗΣ» και με την ορθογραφία της.

1η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
(Επίτροπος ναού) 1η Οκτωβρίου 1831
«Και την παρελθούσαν Κυριακήν ήλθον οι δύο Μαυρομιχάλιδες και εις τας 26 του παύσαντος του Αγίου Ιωάννου, και εστάθησαν εις την ιδίαν θέσιν, ο μεν Κωνσταντίνος έξω, ο δε Γεώργιος μέσα, εγώ, δια να τους ευχαριστήσω περισσότερον, επροασκάλεσα τον Γεώργιον να εμβή πάρα μέσα, αυτός όμως μ’ έδειξε τους στρατιώτας, οίτινες τον εφύλαττον, λέγων με, ότι είναι αρέστο, έπειτα έστειλαν ένα από τους στρατιώτας και άναψαν ένα κερί είκοσι παράδων, εις τας 27 του παύσαντος επίσης ήλθον, εμβήκαν μέσα εις την εκκλησίαν, και εξ αυτών ο Γεώργιος ησπάσθη την εικόνα, επρόσταξε τον στρατιώτην ν’ ανάψη εν κερί και έπειτα υπήγε, και εστάθη ακουμβισμένος εις το φύλλον της θύρας, εμβαίνων προς τα’ αριστερά.
Ερ. Ο Κωνσταντίνος που ίστατο;
Απ. Ότι εμβαίνουν εις την θύραν, δεξιά, δηλαδή εις το κατώφλιον.
Ερ. Ο Γεώργιος έως εις το τέλος εστάθη εις την ιδίαν θέσιν;
Απ. Μάλιστα.
Ερ. Ειπέ μας λοιπόν, πως ηκολούθησεν η υπόθεσις αύτη, άμα επαρουσιάσθη ο Κυβερνήτης;
Απ. Ερχόμενος ο Κυβερνήτης και ευάλλων το κάλυμά του, αίφνης ηκούσθησαν δύο κρότοι πιστόλων εκ των δύο μερών της θήρας. Ακούσας δε τούτο έρριψα τους οφθαλμούς μου έξω, και είδον τον Κυβερνήτην κατά γης. Τότε ήρχισεν ο κόσμος ταις φωναίς, και άλλο τίποτε δεν είδον. Προσθέτω επίσης τούτο, ότι όταν επλησίαζεν ο Κυβερνήτης, ο Γεώργιος εσύρθη ακόμα ολίγον έξω της θύρας, και έφτασεν έως το κατώφλιον.
Ερ. Όταν ήλθον αυτοί εις την εκκλησίαν, το έν φύλλον μόνον της θύρας ήτον ανοικτόν, ή και τα δύο;
Απ. Το εν, και έπειτα ήνοιξα και το δεύτερον δια να ευκολύνω την είσοδον των πολιτών.
Ερ. Όταν ήλθε μέσα και ησπάσθη ο Γ. Μαυρομιχάλης εφόρει καπόταν;
Απ.Μάλιστα εφόρει.

2Α ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
(Προσωρινός επίτροπος) 1 Οκτωβρίου 1831

Ερ. Ποίαν ώρα ήλθητε εις την εκκλησίαν;
Απ. Πριν έλθη ο Κυβερνήτης.
Ερ. Που εστεκούσουν;
Απ. Εις το παγκάρι πλησίον της πόρτας.
Ερ. Ποίοι ήσαν πλησίον της θύρας της εκκλησίας;
52

Απ. Εμβαίνων εις τα δεξιά έξωθεν ήτον ακουνβισμένος ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, και εις ίδιον μέρος εις το κατόφλιον ο Γεώργιος, και ολίγον περαιτέρω προς αριστερά ήτον ένα παιδί ξηρακιανόν.
Ερ. Το παιδί να το ιδής, το γνωρίζεις;
Απ. Δεν πιστεύω, διότι δεν το παρατήρησα.
Ερ. Όταν ήλθε ο Κυβερνήτης, αυτού πάντοτε εις την ιδίαν θέσιν εστέκοντο;
Απ. Ερχόμενος ο Κυβερνήτης, ήρχετο έμπροσθεν ο Γούτος, δίδων την είδησιν. Τότε αμέσως ο Γεώργιος εσύρθη όπισθεν έως εις το άντικρυ κατώφλιον της θύρας.
Ερ. Πως ηκολούθησε λοιπόν το χθεσινόν συμβάν;
Απ. Ερχόμενος ο κυβερνήτης. Και ενώ ο Γ.Μαυρομιχάλης έβλεπεν έξω, τότε έστρεψε προς αυτόν, πλησιάσας δε ο Κυβερνήτης, και χαιρετήσας αυτούς, είδον, ότι Γεώργιος Μαυρομιχάλης εσήκωσε το χέρι του από την κάπα προς τον Κυβερνήτην και ήκουσα τον κτύπον της πιστόλας, μπαν,
μπάν, διότι έπεσε συγχρόνως και άλλη από το μέρος του Κωνσταντίνου, ήτις ως φαίνεται, εκτύπησεν εις τον τοίχον.
Ερ. Δεν είδες αν τον εκτύπησε κανένας με μαχαίρι;
Απ. Δεν είδα, επειδή ήμην μέσα, αλλά καθώς ηκούσαμε τους κρότους, ετρέξαμε έξω, και είδαμεν τον Κυβερνήτην σκοτωμένον.

3η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
κ.ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑ
(κατοικούσε απέναντι από την εκκλησία) 2/10/1831

Απ. Εγώ εστεκόμην εις το δωμάτιον του οσπητίου και έκαμνα τον σταυρόν μου, είδον τον Κυβερνήτην ερχόμενον, και πλησιάσας εις την θύραν της εκκλησίας, δύο τους οποίους δεν γνωρίζω, ετράβιξαν δύο πιστόλας επάνω εις τον Κυβερνήτην, και ευθύς εσκοτώθη, χωρίς καν να ομιλήση.
Ερ. Που εστέκοντο οι δύο άνθρωποι;
Απ. Ο εις από το εν μέρος της θύρας, και οέτερος από το άλλο.
Ερ. Τι εφορούσαν;
Απ. Ο εις μικρόν καπότον, και ο άλλος βορνούζιον.

4η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΑΡΑΝΤΟΥ
(εκκλησιαζόμενος)

Ήμην εις την εκκλησίαν και εστεκόμην κοντά εις το παγγάριον, όταν ήλθε ο γερ- Γούτος, και ανήλλειλε την άφιξην του Κυβερνήτου, ήτον εις την θύραν προς τα δεξιά δύο, εις με μπουρνούζι και έτερος με καππόταν μαύρην, μακρυά, και όταν ήλθε και εμβήκε μέσα ο γερο Γούτος, εχωρίσθησαν οι δύο ούτοι, καθώς τους είπεν ο γερο Γούτος, και πάλιν μετά ταύτα αμέσως συνενώθησαν και ήλθον εις την θέσιν, όπου και πρότερον, και όταν ο Κυβερνήτης επλησίασε, τους εχαιρέτησε με το ζερβί χέρι, αυτοί έβαλαν τα μεν αριστερά εις τα φέσια των και εσυντρίφθησαν μεταξύ των, και έβαλαν τα δεξιά χέρια εις τας τσέπας των. Και πριν ακόμη ο
53

Κυβερνήτης να προφθάση να βάλη το καπέλλον του, είδα εκείνον όστις εφόρει την μαύρην καππόταν, που σήκωσε το δεξί του χέρι, και ετράβηξε μιαν πιστολιάν εις του Κυβερνήτου το κεφάλι, συγχρόνως έρριψε και ο άλλος με το άσπρον μπουρνούζι και ανεχώρησαν και οι δύο.

5η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΣΚΟΥΡΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
(εκκλησιαζόμενος)

Ενώ ήρχετο ο γερο Γούτος την 27 Σεπτεμβρίου εις την εκκλησίαν του αγίου Σπυρίδωνος, κι έλεγε την έλευσιν του Κυβερνήτου, είδα καπνόν, κι άκουσα κρότον πιστόλας από το μέρος, όπου ίστατο ο Γ. Μαυρομιχάλης, και ευθύς ήκουσα: «Εσκοτώθη ο Κυβερνήτης» ευθύς ήκουσα και εκ δευτέρου πιστολιάν και εβγαίνων έξω, είδον τον Κυβερνήτην εσκοτωμένον.

6η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΣΗΝΕΖΗΣ
(επιλοχίας)

Ενώ εκατέβαινα από το Ιτσ-καλέ με το Τάγμα, και εφθάσαμεν εις το μέρος, όπου κατοικεί η μουσική, ήρχοντο από τα χαλάσματα τρεις με φουστανέλας, τρέχοντες και επέρασαν ανάμεσα από το Τάγμα, αφού δε επέρασαν το Τάγμα, εφώπλισαν τας πιστόλας, όπου οι δύο εκράτουν εις τας χείρας, όταν εις δεκανεύς τους είπεν, «Τι τρέχετε, βρε, έτσι; Τι κάμνετε έτσι; Εξ αυτών όμως εκείνος, όστις ήταν εμπρός, είχε τας χείρας του μέσα εις την φουστανέλαν.
Ερ. Ήτο πλησίον και οι τρεις;
Απ. Μάλιστα, κοντά, κοντά ήταν.
Ερ. Τους εγνωρίσατε ποίοι ήταν;
Απ. Όχι.

7η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΓΕΩΡΓ. ΒΑΛΤΙΝΟΣ
(Στρατηγός)

Εγώ υπήγα πολλά πρωί και εστάθην εις το παγγάρι και μετά ταύτα είδα τον μπάρμπα Γούτον, όπου ήλθε και ειδοποίησε την άφιξιν του Κυβερνήτου, προσηλώσας τους οφθαλμούς μου έξω, τον είδα και όταν έφθασε πλησίον εις την θύραν και έβαλε το αριστερόν χέρι εις το καπέλον, ευθύς ηκούστη εις κρότος πιστόλας και έπεσεν ο Κυβερνήτης και ευθύς έπειτα ηκούσθη και εις έτερος, πλην και οι δύο κρότοι συγχρόνως σχεδόν ηκούστησαν, τότε είδον τον Κωνσταντίνον, όπου επήδησε κατά το μέρος, όπου έπεσεν ο Κυβερνήτης.
Ερ. Εις ποίαν θέσιν αυτοί εστέκοντο οι Μαυρομιχάλιδες.
Απ. Υπήγα πολλά πρωί και δεν τους είδα, πλην με φαίνεται ότι ο Κωνσταντίνος ήτον αριστερά.

54

8η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΛΕΩΝΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
(Σωματοφύλακας Κυβερνήτου)

Ευρέθην δύο ή τρία βήματα όπισθεν του Κυβερνήτου. Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης με το μπουρνούζι του είδα ότι
εστέκετο έξω της πόρτας από το μέρος του ιερού. Άντικρυ κατά την βρύσιν, ήτον ένας στρατιώτης. Καθώς επροχώρησεν ο μακαρίτης να έμβη εις την εκκλησίαν, είδα τον Κωνσταντίνον με το αριστερόν χέρι να κρατή το φέσι του και με το δεξιόν κεκρυμμένον έρριψε την μπιστόλαν επάνω εις τον Κεβερνήτην κ’ ήκουσα συγχρόνως δύο κτυπήματα πιστολών, είδα ότι βάρεσε με πιστόλαν και ο στρατιώτης όστις ήτον άντυκρυ… Μετά τον φόνον είδα ένα μαχαίρι μαυρομάνικον και χαρακωτόν με λούκια και οπίσω εις το άκρον μ’ ένα ασπράδι, ριγμένον κατά γη…. Αμέσως αφού έπεσαν αι
πιστόλαι, ο Μπεϊζαδές Γεώργιος (Μαυρομιχάλης) με τους δύο στρατιώτας άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος του Βουλευτικού…

9η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΖΩΝΗΣ
(σωματοφύλακας Κυβερνήτου)

Εις τας 6 και 35 λεπτά προ μεσημβρίας της 27ης Σεπτεμβρίου εβγήκαμεν από το παλάτι κ’ επηγαίναμεν εις την εκκλησίαν. Φθάνοντες προς τον Άγιο Σπυρίδωνα, ήτον ο Κωνσταντής Μαυρομιχάλης σκεπασμένος μ’ ένα μπουρνούζι και είχεν ακουμβισμένην την κεφαλήν του εις τον τοίχον της εκκλησίας, κ’ είχε το πρόσωπον του προς το σπίτι του Ροδίου, και πλησιάσας ο Κυβερνήτης προς αυτόν, έστρεψε τότε ο Κωνσταντίνος κ’ έβαλε το αριστερόν του χέρι εις το φέσι, ΄’ ευθύς ήκουσα αξαίφνης κτύπον πιστόλας, κ’ ευθύς ο Κυβερνήτης εξαπλώθη κατά γης. Τότε έκαμα μίαν δρασκελιάν, και είδον εμπρός μου κατά γης ένα μαχαιράκι μαύρον…. Και ευθύς είδον τον Κωνσταντήν Μαυρομιχάλην όπου έτρεξε τον ανήφορον, προς τον οποίον και ετράβιξα…

10η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ
(συνένοχος)

Γράφει η «Γενική Εφημερίς»: Ζητουνιώτης, στρατιώτης της Πολιταρχίας, φρουρός των Μαυρομιχαλαίων και υπεύθηνος για την ασφάλεια τους, εις εξομολόγησιν του ομολογεί.
«Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης ετράβιξεν πιστόλαν επάνω εις τον Κυβερνήτην, ο άλλος με μαχαίρι εκτύπησεν….. Όταν κατέβη ο Μπεϊζαδές (Γεώργιος Μαυρομιχάλης) εις την κάμαραν, όπου μας ήχον, μας έλεγεν, «Α! τον σκότωσα τον κ…»
Του ζητείτε νέα κατάθεση την οποίαν κάνει:
« Προστίθεται εις όλα τ’ άνω ρηθέντα η εξομολόγησις, την οποίαν έκαμεν ο Ιωάννης Καραγιάννης, αφού τον ανεγνώσθη η απόφασις της καταδίκης,
55

μολονότι προειδοποιήθη, ότι η εξομολόγησις δεν θέλει τον απαλλάξει της καταδίκης, εις την οποίαν ομολογεί ότι «Επειδή βλέπω ότι κατεδικάσθην εις θάνατον, σας εξομολογούμαι τα’ ακόλουθα, επειδή εις τας προλαβούσας μου εξετάσεις δεν είπον την αλήθειαν, και τούτο το κάνω δια να σώσω την ψυχήν μου. Η συμφωνία μας ήτον, όταν έλθη ο Κυβερνήτης εις την εκκλησίαν, ο Κωνσταντίνος να τον βαρέση με την πιστόλαν, ο Γεώργιος με το μαχαίρι, και εγώ με το άλλο παιδί να κτυπήσωμε τους ανθρώπους του Κυβερνήτου, και όποιον άλλον ήθελε μας εναντιωθή, καθώς και τω όντι οι δύο Μπεϊζαδέδες (Μαυρομιχάλαι) εβάρεσαν τον Κυβερνήτην, και εγώ έρριψα μίαν πιστόλαν εις τους ανθρώπους του.»
Προστίθεται η άνω ακτεθείσα εξομολόγισις του Ιω. Καραγιάννου μετά την προς αυτόν ανάγνωσιν της αποφάσεως, ήτις εκθέτει καθαρώς την πράξιν του φόνου. Η φυσική δικαιοσύνη του αυθορμήτου αισθήματος του πλήθους υφήρεσε τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλην από την κανονικήν δικαιοσύνην
των νόμων. Κτυπηθείς πάραυτα με πιστόλαν εκ του όπισθεν προς τον δεξιόν μαστόν από τον Γεώργιον Κοζώνην μονόχειρα, σωματοφύλακα της Α.Ε και μη δυνηθείς να δράμη πολύ περαιτέρω, εκάθησε πληγωμένος, όπου μετ’ ολίγας στιγμάς έγινε παρανάλωμα της δικαίας οργής του λαού.

(Ο Καραγιάννης μετά από αυτήν την κατάθεση απηλλάγη και έγινε ελεύθερος. Χωρίς να πάρει δημοσιότητα η Ελευθέρωση του)

11η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
(στρατιώτης στην φρουρά Μαυρομιχαλαίων)

Ο Μπεϊζαδές Γεωργάκης εκτύπησε πρώτον τον Κυβερνήτην με το μαχαίρι. Ακούσας επίσης τον κρότον της πιστόλας, την οποίαν έρριψεν ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης προς τον Κυβερνήτην, τάχασα και έτρεξα όπου και ο σύντροφός μου.»
« Εγώ δεν ετράβησα πιστόλαν, δια τον σύντροφόν μου όμως δεν εξεύρω. Τούτο μόνον είδα ότι εκράτει μίαν εις τας χείρας»

12η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ
(δεκανέας πυροβολικού)

Ερ. Πως έτυχε να εύρης το μαχαίρι, το οποίον εναχείρησες εις τον Αξιωματικόν Κ. Μονφεράτον;
Απ. Κατεβάζοντες με τον Αξιωματικόν Μονφεράτον εκείνον, όστις εσκότωσεν τον Κυβερνήτην, δια να τον υπάγωμεν εις τον Πλάτανον, απαντήσαμεν καθ’ οδόν τον Κρητικόν κουλοχέρην όστις ήρχετο κατεπάνω μας με την πιστόλαν εις το χέρι, και εφώναζεν «Εσύ εσκότωσες τον αφέντην μου, και αμέσως ετράβηξε μίαν πιστόλαν κατεπάνω του, και επειδή δεν τον εύρε, του έδωσε μίαν με το κοντάκι της πιστόλας, και του άνοιξε το κεφάλι, μετά ταύτα τον ελάβομεν πάλιν ημείς, και επηγαίναμεν, και πηγαινάμενος αυτός έκαμε να τρέξη, εγώ δε βλέπων, ότι εσκόπευε να
56

τρέξη, τον έδωσα μίαν με την λόνχην, και μετά 5-6 βήματα έπεσε χαμαί, ύστερα τον εσηκώσαμεν και επηγαίναμεν πάλιν, και πηγαινάμενοι επαρατήρησα εις την μέσην, ότι εφορούσεν ένα μαυρομάνικο μαχαίρι, το οποίο έλαβα και το έδοσα τον Αξιωματικόν, και το οποίον ήτον έως το μανίκι βουτιγμένον εις το αίμα.
Ερ. Πηγαινάμενοι καθ’ οδόν ερωτήσετε αυτόν εσείς τίποτε, ή αυτός εσάς;
Απ. Όχι, αλλά αφού τον εκτυπόσαμεν, μας έλεγε, μη με κτυπάτε, διότι δεν είμαι εγώ η αιτία.
Ερ. Που τον εύρηκες αυτόν τον φονέα δια πρώτην φοράν;
Απ. Δεν ηξεύρω, πως ονομάζεται εκείνο το σοκάκι, όπου τον εύρον, είναι όμως, εκείνο το σοκάκι, το οποίον πηγαίνει εις το σπήτι του Φωτομάρα.
Ερ. Μόνος σου ήσουν, όταν ηύρες αυτόν τον φωνέα, ή ήτον και άλλος μαζή σου;
Απ. Πρώτος ανάβηκα εγώ, και τον εύρον, έπειτα ανέβηκεν ο Αξιωματικό και οι στρατιώται.
Ερ. Πως έτυχε και επήγες προς αναζήτησιν αυτού εσύ;
Απ. Είμην μέσα εις την εκκλησίαν, όταν εσκότωσεν τον Κυβερνήτην, και είδα μία γυναίκα, η οποία εφώναζεν «εσκότωσαν τον πατέρα μας» και του έκλειε τα μάτια, έπειτα ήκουσα φωνήν, όπου έγεγεν, εδώ υπήγεν ο φονέας, και έτρεξα και τον ηύρα.
Ερ. Ηξεύρεις άλλο τι να ειπής δι αυτήν την υπόθεσην;
Απ. Όχι, αλλά τον επήγαμεν εις τον Πλάτανον, τον αφήσαμεν και εφύγαμεν.

13η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Γ. ΜΟΝΦΕΡΑΤΟΣ
(Ανθυπολοχαγός)

Ερ. Πως έτυχε να παρευρεθήτε χθές εις τον φόνον του Κυβερνήτου;
Απ. Εδιωρίσθημεν παρά του διοικητού του Τάγματος μας εγώ και ο κ. Λαφών Υπολοχαγός του ιδίου σώματος να υπάγωμεν εις την εκκλησίαν με έν απόσπασμα στρατιωτών, όπου συνέβη ο φόνος. Εύρομεν την εκκλησίαν γεμάτην από λαόν τον οποίον, επαρακινήσαμεν να εξέλθη, και ελάβαμεν τα αναγκαία μέτρα, ώστε να μην ήθελε γανή τις ταραχή, μετ’ ολίγον ήλθε πολιτικός τις, λέγων μας, ότι ο φονεύς έφυγε προς το Ιτς Καλέ. Διορισθείς, λοιπόν παρά του Υπολοχαγού κ. Λαφών, έλαβα τινάς σρατιώτας και υπήγον εις αναζήτησίν του, όθεν πηγαινάμενος τον εύρον πλησίον της οικίας του κ Φωτομάρα κοιτάμενον κατά γης και πληγωμένον εις την κοιλίαν, εις το δεξιόν μέρος, περί του οποίου έλαβα όλα τα αναγκαία μέτρα, ώστε να μην ήθελε τον κτυπήση τις, πλήν τούτο εστάθη αδύνατον εξ αιτίας της ορμής του λαού, και των ιδίων στρατιωτών. Όθεν εις των στρατιωτών τον εκτύπησε με το κοντάκι του όπλου και εις έτερος με την λόγχην και εν τω μεταξύ τουτω έφθασε και ο δούλος του Κυβερνήτου ο κουλοχαίρης του οποίου το όνομα αγνοώ, ωργισμένος και θυμωμένος εναντίον του, λέγωντάς του ότι εδύ εφόνευσες τον αυθέντην μου, και ενταυτώ ετράβιξε μίαν πιστόλαν κατ’ αυτού η οποία, αγνοώ, αν τον ηύρε, μ’ όλον ότι ματαχειρίσθην κάθε τρόπον και βίαν δια να τον εμποδίσω, μετά ταύτα
57

έκραξα διαφόρους πολίτας, και τον εσήκωσαν, και τον έφεραν εις την πλατείαν μεταξύ στρατιωτών.
Ερ. Παρά ποίου σας εγχειρίσθη το μαχαίρι, το οποίον εγχειρίσατε εις τον Φρούραχον;
Απ. Καθ’ οδόν κομίζοντες τον φονέα εις την πλατείαν, μοι εδόθη ένα μαχαίρι με θήκην μαύρην και αιματωμένην και μία πυροτοβολή παρά του δεκανέως Βούλγαρη, λέγων μοι, ότι έπεσαν κατά γης από το μέσον του φονέως, τα ποία ενεχείρισα εις τον Φρούραχον, και μετά ταύτα υπέστρεψα με τους στρατιώτας εις την εκκλησίαν, και εμετακομίσαμεν το πτώμα του Κυβερνήτου εις την οικίαν του.
Ερ. Ηξεύρετεωαν καθ’ οδόν μετακομίζοντες τον φονέα εις την πλατείαν να τον εκτύπησεν με την λόγχην τις των σρατιωτών;
Απ. Στοχάζομαι, διότι αυτός εναντιώνετο.
Ερ. Πηγαινάμενον καθ’ οδόν τον είπατε τι, ή σας είπεν αυτός περί του συμβάντος;
Απ. Μας έλεγεν, ότι αυτός δεν ήτον ο αίτιος του φόνου του Κυβερνήτου.

14η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΝΟΣ ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ
(Αστυνόμος Ναυπλίου)

Πρό τινων ημερών επληροφορήθηκα, ότι ηγόρασαν (οι Μαυρομιχάλαι) πιστόλας από τον Παξημάδην…. Μετά τον φόνον του Κυβερνήτου έμαθον παρά του Κορδία (καταλυματίου) ότι ο Γ. Μαυρομιχάλης τον έβαλε δια να του ενοικιάση το αντίκρυ του παλατίου της Α.Ε οσπήτιον του Μιχαήλ Ιατρού.
Ενώ ενδυόμην να έβγω (δεν εβιαζόμην, επειδή ήτον πολλά πρωί) ήκουσα την μίαν πιστολιάν, συγχρόνως την δευτέραν, μετ’ ολίγον την τρίτην. Όθεν και ήνοξα το προς εκείνο το μέρος παράθυρον και βλέπω ένα άνθρωπον της Πολιταρχίας, του οποίου δεν ηξεύρω το όνομα, αλλ’ ηξεύρω ότι είναι εις των δύο κατηγορουμένων ως συμπράτοντες των Μαυρομιχάλιδων, και απέρασε με μίαν πιστόλαν εις το χέρι ριγμένην και κατεβασμένην, αυτήν δείχνων μας ο Αστυνόμος μίαν από τας πιστόλας, τας οποίας μας παρέδωκεν ο Κύριος Ρουάν τον εφώναξα αμέσως «Στάσου τι είναι;» Αλ’ αυτός δεν απεκρίθη, αλλ΄εξηκολούθησε να τρέχει.

ΑΛΛΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΜΗ ΑΥΤΟΠΤΏΝ

ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
(Φρούραρχος Μονεμβάσιας)

«Εις την κλίνην μου ήκουσα ταραχήν, και εξυπνήσας επληροφορήθην από τους οικιακούς, ότι ο Μπεϊζαδές εφόνευσε τον Κυβερνήτην.
Έτρεξα κατ΄ευθείαν και ειδοποίησα τον Στρατηγόν, όστις ενδυθείς με είπε να τον ακολουθήσω, & εξήλθαμεν μετά των άλλων.
Μετά του Πελιών και Καλαμογδάρτου.
Ερ. Τους ηύβρετε εκεί και τους δύο;
58

Απ. Ναι, εκτός Καλαμογδάρτου Αντωνίου, όστις μας απήντησεν εις την θύραν εξερχομένους.
Ερ. εξελθόντες, που διευθύνθητε;
Απ. Ηκούσαμεν θόρυβον εις του Αντιπρέσβεως Κ.Ρουάν, και ούτως εκτύπησεν ο Στρατηγός την θύραν, και εμβήκαμε μέσα.
Εμβαίνοντες εις την δευτέραν θύραν, βλέπω εις την σάλαν τον Μπεϊζαδέ με δύο στρατιώτας, και τον Ρουάν, όστις ίστατο άνωθεν της σκάλας, και εφώναζε, τι είναι; Άμμα δε εγώ είδον αυτόν τον Μαυρομιχάλην, πληροφορημένος, ως προείπον, ότι αυτός εφόνευσε τον Κυβερνήτην, εφώναξα Voila celui a tue le President ιδού τις εφόνευσε τον Κυβερνήτην. Τότε ο Ρουάν εφώναξε, τι θέλει ο δολοφόνος εδώ; Ο δε Στρατηγός εφώναξε «ξαρματώστε τον», εγώ δε, όστις έκαμα τον διερμηνευτήν, του είπον όλα ταύτα, και τον ηρώτησα τι θέλει, τότε αυτός είπε, τραβών μίαν
πιστόλαν από την μέσην του, και φιλών αυτήν, την παραδίδω εις την τιμήν της Γαλλίας, και να με παραδώση εις την Εθνικήν Συνέλευσιν, είπε & άλλα πολλά, ωσάν «τον τύραννον» πλην από την ζάλην μου δεν ήκουσα τίποτε άλλο, και δεν ενθυμούμαι τίποτε εξ αιτίας της βίας.

ΚΑΚΛΑΜΑΝΟΣ
(Νομάρχης Ναυπλίου)

« Κατέβημεν εις του Μούρτζινου τα σπήτια χωρίς να ιδώμεν τίποτε, έξαφνα ηκούσαμεν την φωνήν του Γ. Μευρομιχάλη ¨Πίσω δια τι σας καίω». Στρέψας λοιπόν τους οφθαλμούς μου τον είδα όπου είχε εβγαλμένον το κεφάλι του έξω από το παράθυρον του Βαλλιάνου.»

ΚΑΛΑΜΟΓΔΑΡΤΗΣ
(Στρατιωτικός)

Ερ. Χθες τι ώραν υπήγατε εις του Στρατηγού;
Απ. Με φαίνεται, ότι επέρασε μισή ώρα αφού εθανατώθη ο Κυβερνήτης.
Ερ. Ηύρετε τον Στρατηγόν εις την οικίαν του;
Απ. Ότε έβγαινε μάλιστα τον απήντησα εις την θύραν.
Ερ. Εκείθεν, που διευθύνθητε;
Απ. Εμβήκαμεν εις του Κ.Βαρώνος Ρουάν.
Ερ. Εμβαίνοντες τι είδετε;
Απ. Εμβαίνοντες εις την σάλαν, είδον τον Γεώργιον Μαυρομιχάλην μεταξύ των Γραμματέων του Βαρώνος,& εφώναξεν εις τον Κ.Βαρώνα, όστις ίστατο εις την σκάλαν «Τιμή, πατρίς,»& άλλους διακεκομμένους λόγους, σας λέω όμως, ότι, όταν εμβαίναμεν εις την θύραν, ο Λοχαγόος Αγγελίδης εφώναξε «φονιάς» ο δε Κ.Βαρώνος, όστις έως τότε δεν εκαταλάβαινε τίποτε, εφώναξαν Γαλλικά «Εις το σπίτι μου δολοφόνος! Αυτά τα πράγματα παντού είναι κατηγορημένα»:& άλλας επιπλήξεις.
Ερ. Εις αυτά ο Μπεϊζαδές τι απεκρίνετο;
Απ. Δεν καταλάμβανε, & μάλιστα μ’ ερωτούσεν
Ερ. Έπειτα τι ηκολούθησεν;

59

Απ. Ευθύς λοιπόν ο Στρατηγός τον είπε να βγάλη τα άρματα, τότε σε αυτός έβγαλε μίαν πιστόλαν από την μέσην του, και αφού την εφίλησε, την έδωσε εις τας χείρας του Κ.Βαρώνος,& είπεν εις αυτόν, «Σε παραδίδω αυτό το όπλον, & θέλω να κριθώ από μίαν εθνικήν Συνέλευσιν.
Ερ. Δεν σας είπε τίποτε δια τους στρατιώτας, όπου τον ηκολούθησαν;
Απ. Όταν έδωσε την πιστόλαν εις τον Βαρώνα, είπεν, ότι έχει & δύο στρατιώτας, τότε δε εγώ διετάχθην & υπήγα κάτω,& επήρα τας πιστόλας.
Ερ. Πόσας πιστόλας επήρατε από αυτούς;
Απ, Τέσσαρας ,& τας παρέδωσα εις τους ανθρώπους του Αντιπρέσβεως Κ.Ρουάν.
Ερ. Τι τον απεκρίθη τότε ο Ρουάν;
Απ. Ότι αν σε ζητήση μια Κυβέρνησις, θέλω σε δώσει.
Ερ. Όταν ο Φωτάκης ο Λοχαγός είπεν, «Ιδού ο δολοφόνος» αυτός τι έλεγεν;
Απ. Τιμή, ελευθερία,& άλλας διακεκομμένας λέξεις.

ΚΑΛΛΙΓΕΡΗΣ
(Στρατιώτης φύλακας στο κελί του Γ.Μαυρομιχάλη, στο Παλαμήδι)

Απ. Ήμην χθές κατά την 29 του φθίνοντος του 1831 περί την δωδεκάτην ώραν της μεσημβρίας, και ήλλαξα την τρίτην.
Ερ. Εις ποίαν θέσιν ήσουν τοποθετημένος;
Απ. Ένδον της Πεζεργιάν, όπου εφύλαττον τον φονέα της Α.Ε.
Ερ. Τι είδες, τι ήκουσες καθ’ ήν ώραν τον εφύλαττες;
Απ.Όσον μεν περί οράσεως ουδέν, ήκουσα όμως να τραγωδή τα εξής: «Τώρα θε να ελευθερωθείτε, τα παπούτσια σας θα βάλετε, τον δρόμον θα πάρετε.»
Ερ. Άλλο τι ήκουσες περί του κινήματος του φόνου, ή άλλο τι τοιούτον;
Απ. Ήκουσα προς τούτοις να λέγη, ότι καθ’ ήν ώραν έγινεν ο φόνος παρά του θείου του, έτυχε παρευρεθείς εις την Εκκλησίαν, ότι ενώ εισήρχετο η Α.Ε και έκβαλε το καπέλλον του, τότε έκβαλε & αυτός το φέσι του, ότε συγχρόνως ο θείος του έπραξε το κίνημα, και ότι άμα είδε τον Κυβερνήτην πεπτωκότα. Τότε εφοβήθη και αυτός, και κατέφυγεν εις το απήτι του Μινίστρου της Γαλλίας δια να γλυτώση.

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

Ερ. Πως ονομάζεσαι, πόθεν είσαι, πόσων χρόνων, τι κάμνεις & που κατοικείς;
Απ. Αθανάσιος Καραγιάννης, από την Σπάρτην, χρόνων σαράντα, εις το κονάκι εκείνου του Μπέη εκαθήμην,& ήλπιζα ημέραν παρ’ ημέραν να μας δώση η Κυβέρνησις κομμάτι ψωμί, όπου είχομεν δουλεμένον.
Ερ. Εκατοικούσες εις το κονάκι του Μπεϊζαδέ,& πόσον καιρόν;
Απ. Εις το ίδιον εκατοικούσα από πέρυσι σχεδόν.
Ερ. Την Κυριακή το πρωΐ ποίαν ώραν εβγήκες από το κονάκι εκείνο;
Απ. Πριν βγει ο Ήλιος,& υπήγα εις τον καφενέ του Θανάση του Μιστριώτη εις τον Αιγιαλόν.
60

Ερ. Ο Κωνσταντίνος και ο Μπεϊζαδές ποίαν ώραν εβγήκαν;
Απ. Ήσαν πρωτύτερα εβγαλμένοι, διότι, όταν σηκώθηκα εγώ, δεν τους είδα.
Ερ. Μαζί των έφυγες;
Απ. Όχι, εγώ ήμην άρρωστος & μου έδιδεν ο μάγειρας ολίγον τσοβράν και έτρωγα.
Ερ. Δεν επαρατήρησες ποτέ ποίους συνομιλούσαν αυτάς τας ημέρας, ή υπήγαν εις κανένα μέρος;
Απ. Δεν είδα, την ημέραν έβγαιναν με τους στρατιώτας, ποίος ηξεύρει που υπήγαιναν;

ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ
(συγκάτοικος του Βαλιάνου)

Ερ. Χθές τι ώραν εξυπνήσατε;
Απ. Περί τας 6 ώρας.
Ερ. Πάντοτε εις την ώραν ταύτην εξυπνούσατε;
Απ. Σχεδόν.
Ερ. Πριν εξέλθετε, ηκολούθησε τίποτε μέσα εις την οικίαν;
Απ. Ενδυόμενος, και βάλλων τα υποδήματά μου, ήκουσα επάνω αγρίων φωνήν, ευθύς δε εβγήκα εις την θύραν, και βλέπων τον Γ. Μαυρομιχάλην με μίαν πιστόλαν εις τας χείρας, και λέγει, Σκοτώσαμεν τον Κυβερνήτην, και να φύγω δια να πιάσομε το σπίτι», & μάλιστα εξάμωσε και την πιστόλαν, δια να με κτυπήση, επειδή τον είπα να φύγη, επειτα έτρεξεν εις την κάμαραν του Βαλλιάνου, φωνάζων, «Βαλλιάνε, Βαλλιάνε, εσκοτώσαμεν τον Κυβερνήτην, & φύγε δια να πιάσομεν το σπίτι.» Τότε υπήγα προς τον Βαλιάνον, και τον είπα να φύγη, διότι θέλουν να πιάσουν το σπίτι, έπειτα εκατέβην κάτω,& είδα ότι ένας στρατιώτης εκράτει την θύραν με δύο πιστόλια εις τας χείρας ενώ δε ήμην εις το μαγειρείον είδα τον Βαλιάνον να κατεβαίνη με την γυναίκα του και ενβήκεν εις την πλησίον του αναγκαίου κάμαραν της οικίας του Κ. Ρουάν. Συγχρόνως κατέβαινε & ο Μπεϊζαδές με τον στρατιώτην,& εβγήκεν από την μικράν πόρταν, όπου υπάγει εις του Κ.Ρουάν, και εφώναξεν εις τον άλλον τον κρατούντα την θύραν,& εκείθεν υπήγαν εις τον Αντιπρέσβυν.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΑΜΟΥΝΕΛΑ

Ερ. Εβλέπατε διόλου τους Μαυρομιχαλαίους;
Απ. Είδον μίαν ημέραν τον γέρον Πετρόμπεην, όστις εκράτει έν ραβδί εις τα χέρια, & εσημάδευεν, ως να ήθελε ρίψει με το τουφέκι, επαρετήρησα& τους Μπεϊζαδέδες, οίτινες έκαμνον το ίδια σημεία από το παράθυρον(τούτο δε συνέβη προ δέκα πέντε ημερών) έπειτα από δύο ημέρας ήκουσα τον Πετρόμπεην, ότι κάτι τους είπε. Πλην δεν ημπόρεσα να διακρίνω, ο δε Μπεϊζαδέ Γεωργάκης ήκουσα να λέγη. « Δεν ευρήκα καιρόν, πλην έχε υπομονήν και θε να εύρω, τρώγε& πίνε καλά, & έννοια σου.»

61

ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑ ΜΑΜΟΥΝΕΛΑ

Ερ. Από ποίον ηκούσατε, ότι εφόνευσαν τον Κυβερνήτην;
Απ. Από την γειτόνισσαν μου ονομαζομένην Αλεξάνδρα Ευθυμίου.
Ερ. Πως σας το είπε;
Απ. Ότι οι Μαυρομιχάλιδες εφόνευσαν τον Κυβερνήτην.
Ερ. Άλλος κανένας δεν σας είπε τίποτε;
Απ. Την ώραν, όπου έβγαζαν έξω από την θύραν τον Κωνσταντήμπεην, εβγήκα εις το παράθυρον, δια να ιδώ, συνομιλούσα δε με μίαν δούλην του Σταύρου, με είπεν, ότι θείος της ο Σταύρος είδε τους Μπεϊζαδές, όπου εξύπνησαν την Κυριακήν πολλά πρωί, οι οποίοι τον εκαλημέρησαν τον θείο της,& τον είπον, «Έρχεσαι Σταύρο να υπάγομεν εις την εκκλησίαν;» Αυτός
δε τους είπεν, « Ας ξημερώσει πρώτον» Μετ’ ολίγον δε τους είδεν, όπου εβγήκαν έξω ομού με την γυναίκα του Μπεϊζαδέ με, την βάγιαν, με το παιδί & και εκατέβησαν κάτω.
Ερ. Εβλέπετε ποτέ τους Μπεϊζαδέδες;
Απ. Ενώ ήμην μίαν ημέραν κάτω,& άπλωνα ρούχα, είδα τον Πετρόμπεην από τον Ιτς καλέ κρατούντα εν ξύλον εις το χέρι του, και κάμνοντα σημεία, μάλιστα το εκρατούσεν, ως όταν σημαδεύουν με το τουφέκι, έπειτα από περιέργεια κινουμένη έστρεψα, και είδα εις τα παράθυρα των Μαυρομιχαλαίων,& τους είδον εις τα παράθυρα & τους δύο, κάμνοντας και αυτοί τα ίδια σημεία, τούτο συνέβη προ δεκαπέντε ημερών. Μετά δύο ημέρας εκατέβη πάλιν ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης εις το πορτάκι του λιακωτού,& αφού εφώναξεν ο Πετρόμπεης από τον Ιτς καλέ, αυτός απεκρίθη, «Δεν είναι ευκαιρία τώρα, και λάβε υπομονήν, θε να εύρω όμως ευκαιρίαν, και τρώγε και πίνε ήσυχος» Τους λόγους τούτους είπεν, αφού πρώτον παρετήρησεν, αν τον βλέπει κανείς, εγώ δε αμέσως εσφάλισα τα παράθυρα, δια να μη με βλέπη.

ΜΑΡΙΝΑ
(δούλη & ανεψιά του Σταύρου)

Ερ. Ήκουσες τι είπεν η Κ.Γαρουφαλιά, είναι αλήθεια;
Απ. Ναι, πλην πρότερον ομιλούσα με μίαν άλλην (πρότερον δεν είπον την αλήθειαν, διότι εφοβήθην)
Ερ. Ειπέ μας λοιπόν τι είπες, εις την Κ.Γαρουφαλιάν;
Απ. Την είπα τούτο το οποίον ήκουσα, ενώ ήμην μέσα εις το μαγειρείον. Ήκουσα τους Μπεϊζαδέδες, οίτινες εκαλημέρισαν τον θείον μου την πρώτην φοράν, οπού εξύπνησε,& ο θείος μου τους αντεχαιρέτησεν, έπειτα του είπον «Πάμεν εις την εκκλησίαν;& αυτός τους είπεν, Είναι νύκτα ακόμη», αυτά όπου ήκουσα, τα είπα εις την Κ.Γαρουφαλιάν.
Ερ. Δεν την είπες άλλο τι;
Απ. Της είπα επίσης, ότι ο Μπεϊζαδές υπήρχε μετά του άλλου εις την εκκλησίαν, έχων μαζί του & την γυναίκα του,& την βάγιαν. Ερωτηθείσα πόθεν το ηξεύρει, απεκρίθη πρώτον, ότι τους είδε,& επειτα, ότι της το είπε το παιδί της βυζάστρας.

62

ΜΕΛΗΚΟΥΝΑΚΗ ΚΑΛΗ.
(Συγκάτοικος των Μαυρομιχάλιδων)

Ερ. Τα ρούχα των στρατιωτών, όπου έφυγον μαζί με τον Μπεϊζεδέ, συ τα έπλυνες;
Απ. Εγώ του ενός. Όπου τον έλεγαν Καραγιάννην, είναι περισσότερον από δύο μήνες, όπου του τα έπλυνα.
Ερ. Εκεί ευρίσκετο ο Καραγιάννης πάντοτε;
Απ. Εκεί ήτον με την πρώτην βάρδιαν, ύστερα ήλλαξε, και έλειψεν ολίγας ημέρας και όταν ήλθεν ο Μπεϊζαδές από το Άργος, έλειψε μίαν καν δύο ημέρας,& πιο ήλθε,& δεν άλλαξε καθόλου, τον έλεγα γιατί δεν αλλάζεις& συ, παρά οι άλλοι αλλάζουν, επειδή έλαβε θάρρος& μου ετσάκιζε ταις
στάμναις, τα κανάτια,& του έλεγα, θα το ειπώ του Αστυνόμου να τον αλλάξουν, δεν με αλλάζουν εμένα έλεγεν, η Αστυνομία δεν με ορίζει, να με προστάξη.
Ερ. Και που εκτιμάτο αυτός;
Απ. Πρώτα, πρώτα εκτιμάτο κάτω, τώρα δύο τρεις ημέρας εκτιμάτο επάνω η βάρδια, εις τον ονδάν εκεί όπου εκτιμάτο ο Μπεϊζαδές.
Ερ. Τον άλλον στρατιώτην, όπου έφυγε μαζί, τον ενθυμείσαι, ποιος ήτον,& πόσαις ημέραις είχεν εκεί όπου δεν άλλαξεν;
Απ. Τον γνωρίζω, τον έλεγον Ανδρέαν, είχε σαν τρείς ή τέσσαρας, ημέρας, όπου ήτον εκεί.
Ερ. Είδες αυταίς ταις ημέραις αν ευγήκαν την νύκτα με τον Μπεϊζαδέ, ή με τον άλλον τον Κωνσταντίνον,& υπήγαν έξω;
Απ. Μόνε εκτυπούσεν η καμπάνα το βράδυ, έπαιρναν τον Καραγιάννην μονάχα& εύγαιναν έξω& εις μισήν ώραν, ως τόσον, πάλιν εγύριζαν, όλο με εκείνον ομιλούσαν μυστικά πάντα.
Ερ. Που ομιλούσαν;
Απ. Εκατέβαιναν κάτω στο κατώγι, και υπήγαιναν πέρα, πέρα την άκρην, και ομιλούσαν πολλήν ώραν, και σαν τους έβλεπα ετραβιούμην.
Ερ. Μόνον με τον Καραγιάννην,& μόνον μόλις έβλεπαν κανέναν να κατεβαίνη στην σκάλαν, ή τον μάγειρον ή άλλον δούλον, εκρύβοντο,& μ’ έλεγε καμιάν φοράν ο δούλος των ο Μιχάλης, τι να κουβεντιάζουν ολημέρα μυστικά με τον στρατιώτην; Δεν ημπορείς ν΄ακούσης; Εγώ του είπα, να μην θέλουν να φύγουν; Ποιος ηξεύρει; Και μία ημέραν είπα του Καραγιάννη, τι λέτε μυστικά όλη μέρα; Να μην θέλουν να φύγουν,& θα σε πάρουν κοντά; Όχι, είπε, κάτι λόγον με λέγουν.
Ερ. Είναι πολύς καιρός όπου ήρχισαν να κουβεντιάζουν μυστικά;
Απ. Είναι σαν μία εβδομάδα όπου κατέβαιναν κάτω, & εκοίταζαν να μην είναι κανείς,& υπήγαιναν μέσα, μέσα & εκουβέντιαζαν,& μον ήκουαν να κατεβαίνη κανένας άλλος του σπιτιού, εχώριζαν& πάλιν σαν έφευγεν ο άνθρωπος, επήγαιναν στον ίδιον τόπον & εκουβέντιαζαν. Ανεγνώσθησαν απ’ αρχής,& ομολογηθέντα παρά τη ιδία ως απαράλλακτα, υπογράφονται παρα των παρευρεθέντων μαρτύρων, η ίδια βάζει το σημείον του Σταυρού.

63

ΝΙΚΟΤΣΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ

Απ. Βαγγέλης Νικότσης, από την Ρούμελην, κάτοικος εις Μονεμβάσιαν, πρώτον, εις τα άρματα, ύστερα, διότι μ’ εγύμνωσαν οι Μανιάται, εκαθήμην στο σπίτι μου.
Ερ. Εδώ στο Ναύπλιον που εκατοικούσες;
Απ. Όταν ήλθα, εκαθήμην δια, τρεις μήνας και περισσότερον εις τον καφενέ του Μάρκου. Ύστερον, επειδή ο μάγειρος του Μπέη εψώνιζε, και δεν ήξευρε να γράψη, με έπαιρνε & του έγραφα, και επήγαινα και έτρωγα ολίγον ψωμί, διότι ήμουν δυστυχής. Από την ημέραν λοιπόν, όπου εδιώξετε τον Σκορδούλην και τον Τριαντάφυλλον, με είπεν ο καπιτάν Κυριάκος, ότι επρόσταξεν ο Αστυνόμος να μην πηγαίνω εκεί εις του Μπεϊζεδέ, και έτι πλέον δεν υπήγα.
Ερ. Την εβδομάδα, όπου επέρασε, δεν υπήγες καθόλου εις το κονάκι εκείνο;
Απ. Όχι, από την ημέραν, όπου επρόσταξεν ο Αστυνόμος να μην υπάγω, δεν υπήγα,& αν ευρέθη, ότι υπήγα, χάνω την ζωήν μου.
Ερ. Εζήτησες αυτάς τας ημέρας ν’ ανταμώσης τον Μπέην;
Απ. Όχι
Ερ. Την γυναίκα όπου ήτον πρότερον εδώ προ ολίγου, την είδες, την γνωρίζεις;
Απ. Την είδον, ήτον μίαν φοράν δούλη του Μπεϊζαδέ.
Ερ. Δεν ομίλησες με αυτήν καθόλου;
Απ. Όχι, είναι είκοσι ημέραι όπου την είδα έξω, την είδα και χθές εις το κρασοπωλείον.
Ερ. Τι της είπες;
Απ. Της είπα, που ευρίσκεται, και με απεκρίθη, εις τον Κομαντάτε του Ιτς-Καλέ
Ερ. Δεν της είπες, αν ημπορεί ν’ ανταμώση τον Μπέην δια να του ομιλήση εκ μέρους σου;
Απ. Όχι

ΠΑΞΗΜΑΔΗΣ

«Είναι σχεδόν ένας μήνας και περισσότερον, όπου ήλθεν ο Σορδούλης (άνθρωπος των Μαυρομιχαλαίων) εις το μαγαζείον μου, και μ’ ερώτησεν, εάν έχω πιστόλια δια πούλημα. Τον απεκρίθην δε ότι έχω 4-5 ζευγάρια, τα οποία έχω μιλημένα δια να τα δώσω, και αν τα θέλεις αύριον εμπορώ να σε δώσω απόκρισιν. Αυτός έφυγε και επέστρεψε μετά μίαν ήμισην ώραν μετά του Γεωργίου Μπεϊζαδέ. Ο ίδιος Σκορδούλης έπιασε τότε τα πιστόλια, τα έδειξε του Μπεϊζαδέ, ο οποίος, αφού τα είδε, μ’ ερώτησεν, αν έχω καλύτερα από αυτά, και εγώ απεκρίθην, όχι, και ούτως ανεχώρησαν, λέγοντας ο Γεώργιος, «Αύριον το πρωί βλέπομεν…» Την άλλην ημέραν το πρωί περί τας εννέα ώρας ήλθεν ο Σκορδούλης, και επήρε δύο ζευγάρια πιστόλια μέσα εις το μανδήλι του… Και μετά δύο ημέρας ήλθε και επήρεν άλλο ένα ζευγάρι ο ίδιος Σκορδούλης»

64

( Την στιγμήν ταύτην επαρουσιάσθησαν εις τον μάρτυρα 7 πιστόλια ευρεθάντα εις τους εγκαλούμενους, αφού καλώς τα επαρατήρησεν ο μάρτυς εν προς εν, απεκρίθη)
«Αυτά τα πέντε καινούργια είναι από εκείνα, τα οποία επώλησα εις τον Σκορδούλην και λείπει ένα.» ( Εκ των πέντε δε τούτων τα 2 ευρέθησαν επί του Κωνσταντίνου, το έν είχεν ο Γεώργιος, και υ’ άλλα δύο ο Ιω. Καραγιάννης)

ΠΙΣΣΑΣ ΑΘ.
( Λοχαγός. Παρέλαβε από την Γαλλική οικία τον Γεώργιο)

«… Επομένως, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, αφού εξήλθομεν από το Γραφείον ( του Γάλλου Αντιπρέσβεως) μας εφώναξεν οπίσω και μας
λέγει ότι Αυτοί οι δύο άλλοι άνθρωποι είναι οι φύλακες της Αστυνομίας, και αυτοί έτρεχαν κατόπιν μου πιστολίζοντές με δια να με πιάσουν, και ομνύω εις τον ύψιστον ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καμιάν είδησιν αφ’ ότι ημείς εκτελέσαμεν. Εγώ τον ηρώτησα, Ποίους εννοείς ημείς; Και με απεκρίθη, Εγώ και ο θείος μου… Εσυνόδευσα τον Γ. Μαυρομιχάλην έως το Βούρτζιον… Μ’ έλεγεν ότι Εξεύρω ότι θ’ αποθάνω και να είπης της γυναικός μου να εύρη ένα εύμορφον άνδρα και να υπανδρευτθή»

ΡΑΠΤΗΣ:
(ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ – ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΕΡΖΗΣ)

Ερ. Την Κυριακήν την 27 του παρελθόντος τι ώραν εξυπνήσατε;
Απ. Εις το κτύπημα της πρώτης καμπάνας της εκκλησίας εσηκώθηκα,& υπήγα προς χρείαν μου,& έπειτα εκοιμήθην πάλιν,& εξύπνησα εις την δευτέραν καμπάναν.
Ερ. Την πρώτην φοράν, όπου εξυπνήσετε, και εβγήκατε έξω, ποίον είδετε;
Απ. Κανένα.
Ερ. Την δευτέραν φοράν ποίους είδατε;
Απ. Κανένα, διότι δεν εβγήκα έξω.
Ερ. Ηξεύρετε να μας ειπήτε, αν οι Μαυρομιχάλιδες υπήγαν εις την εκκλησίαν την Κυριακήν;
Απ. Έξω δεν τους είδα, αλλά μία γραία με είπεν, ότι είδε τον Μπεϊζαδέ, όστις είχε κατέβη κάτω από το σπήτι,& εφώναξε & τον Κωνσταντίνον να κατέβη,& επειδή δεν εκατέβαινε, ανέβη& τον επήρε.
Ερ. Ηκούσατε καμίαν φοράν να συνομιλή ο γέρον Πετρόμπεης με τον υιό του;
Απ. Μίαν μέραν ενώ επερνούσεν ο Πετρόμπεης με 4 στρατιώτας επέρασε κάτω υπό τα σπήτι των Μπεϊζαδέδων& εφώναξε « Βρε παιδιά» και όταν εβγήκαν από το παράθυρον, τους είπε, «Τι κάνετε, τι κάνει η νύφη μου;» και αφού τον απεκρίθησαν, καλά, τους είπε.
«Ησυχάσατε, επειδή εις 5-6 ημέρας θέλομεν Ανταμωθεί όλοι.» Τούτο δε έγινε προ 3-4 ημερών πριν της Κυριακής.

65

ΣΑΡΙΔΑΚΗΣ
(Γυναικάδελφος του Βαλιάνου)

Ερ. Τι ώραν εξυπνήσετε την κυριακήν;
Απ. Σχεδόν προς τας 6 ώρας.
Ερ. Πως εξυπνήσετε;
Απ. Πάντοτε την ίδιαν ώραν εξυπνώ, ξυπνήσας λοιπόν εκατέβην κάτω εις τον ονδάν της μητρός μου δια να πάρω την φουστανέλαν μου, εξερχόμενος λοιπόν από τον ονδάν, είδον ν’ ανεβαίνη την σκάλαν ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης με στρατιώτας, τον οποίον ηκολούθησα, αφού λοιπόν ανέβη, εζήτει τον Ταγματάρχην Βαλιάνον, ερωτήσας λοιπόν αυτόν, τι τον θέλεις τον Βαλιάνον; Αυτός μ’ απεκρίθη. « Τον εσκοτώσαμεν τον Κ. τον εκάμαμεν χίλια κομμάτια, εγώ και ο θείος μου» επανέλαβον και οι στρατιώται. « Τον εσκοτώσαμεν» και εις όλα αυτά έτρεχεν ως τρελός
μέσα εις την κάμεραν,& βλέπων από τα παράθυρα του δρόμου εφώναξε, «Μη με βαρείτε, διότι σας βαρούμεν», μάλιστα επήρεν ταις μαξιλάραις,& ταις έβαλε ταμπούρι εις τα παράθυρα. Αφού λοιπόν εσφάλισε τα παράθυρα, διευθύνθει προς τον ονδάν του Κυρίου Σ. Κυπαρίσση,& του θέτει την πιστόλαν εις το στήθος, φωνάζων, «Τον εσκότωσα». Τότε ο Κυπαρίσσης τον είπε: «Ποίον;» «Τον Κυβερνήτην» απεκκρίθει, τον λέγει ο Κυπαρίσσης, «Αφού τον σκότωσες, τι ήλθες εδώ να κάμης, φωτιά να βάλης να μας κάψης;» και αυτός απεκκρίθει. «Όχι αλλά θέλω να βαστάξω το σπήτι,& φεύγατε.
Ερ. Πόσοι στρατιώται ανέβηκαν επάνω;
Απ. Δύο, αλλ’ εκατέβη ευθύς ο εις,& εκράτει την θύραν, πλην ανεβοκατέβαιναν & οι δύο,& επαρατηρούσαν.
Ερ. Ποιός εξύπνησε τον Ταγματάρχην;
Απ. Εγώ.
Ερ. Έπειτα τι ηκολούθησε;
Απ. Τον ακολουθούσα να ιδώ, που θα υπάγει, εξελθών εις την έξω σάλαν, εζήτησα να πάρω την φουστανέλαν μου, αλλ’ αυτός μου είπεν. «Έξω, κερατά, διότι σε σκοτώνω.» Τότε και εγώ φοβηθείς, εκατέβην, & υπήγα εις του Κ. Ρουάν.
Ερ. Ποιός υπήγε προτήτερα εις του Κ. Ρουάν;
Απ. Εγώ.
Ερ. Εκράτουν εις τας χείρας οι στρατιώται όπλα;
Απ. Μάλιστα, πιστόλας.

Β. ΤΟΥΡΝΟΓΛΟΥ
(αναφορά του φρούραρχου Παλαμηδίου)

« Κύριε Φρούραρχε.
… Ο σταλείς χθες εις την φυλακήν Γεωρ. Μαυρομιχάλης, αφού ετέθη εις την ανήκουσαν φυλακήν, όπου εφύλαττε και ο σκοπός, ήρχισε να λέγη τραγωδών και άλλα πολλά, μεταξύ δε τούτων και το «Τώρα θα ελευθερωθώμεν, τα παπούτσια μας θα βάλωμεν, τον δρόμον μας θα πάρωμεν.» Έλεγε δε προς τούτοις μόνος του, « Εγώ ημήν εις την
66

εκκλησίαν, ευθύς ότε είδον τον Κυβερνήτην ενβαίνοντα, έκβαλα το φέσι μου, καθώς και ο Κυβερνήτης έκβαλε και εκείνος το καπέλλον του, εν τω σούτω δε είδον τον θείο μου, όστις ετράβηξε το πιστόλι, και τον κτύπησε, τρομάξας εγώ λοιπόν δια τούτο, έτρεξα να διασωθώ εις το Γαλλικόν Κονσολάτον.»

ΤΣΙΜΑΚΗΣ

«Λέγομε Μιχαήλ Ιωάννου Τσιμάκη,από την Μύκωνον, χρόνων δεκαοκτώ-δεκαεννέα, ήλθον μαζί με τον Μπέην εδώ, ήμην δούλος του χρόνους τρεις.
Ερ. Αφού εφυλακώθει ο Μπέης, που εκατοίκησε;
Απ. Εις το κονάκι του Μπέη, έως προχθές, όπου ηκολούθησεν αυτό, έφυγα & επήγα εις ένα μπακάλην.
Ερ. Ήσουν στο ίδιο μέρος, όπου και ο Μπεϊζαδές και ο Κωνσταντίνος;
Απ. Μάλιστα εις το ίδιον.
Ερ. Το Σάββατον το βράδυ ποίοι ήλθαν εις το κονάκι, και συνομίλησαν με αυτούς;
Απ. Το Σάββατον δεν ήλθεν κανένας, ήρχετο ο Λόνδος, ενίοτε ο Καλαμογδάρτης, πλην την ημέραν.
Ερ. Ποίος άλλος υπηρέτης ήτον του Μπέη εις το κονάκι;
Απ. Εγώ, ο μάγειράς του, και ένας Καλαματιανός στρατιώτης, παραιτημένος, όστις εκτιμάτο εκεί.
Ερ. Αυτός, όπου ήτον μαζί σου, ο Βαγγέλης Ρουμελιώτης εκεί ήτον;
Απ. Έχει πολλάς ημέρας αφού εδιώχθη ο Σκορδούλης, τον εδιορίσετε& αυτόν να μην έλθη,& δεν ήρχετο.
Ερ. Ο Καραγιάννης εκεί εκάθετο πάντοτε;
Απ. Πάντοτε εκεί εκάθετο, και έφυγε την ιδίαν ημέραν.
Ερ. Τι του παρήγγειλες του Μπέη με ένα άνθρωπον;
Απ. Τίποτε.
Ερ. Μίας φίλης του Μπέη δεν είπες εσύ, αν δύναται να ομιλήση του Μπέη, να του είπη έναν λόγο;
Απ. Δεν είχε ο Μπέης καμίαν δούλην.
Ερ. Είδες ποτέ να ομιλούν οι φύλακες μαζί τους μυστικά;
Απ. Μάλιστα, ήτον και άλλοι στρατιώται πρότερον, πλην ομιλούσαν φανερά, ποίος ημπορούσε να υποπτεύση ένα τοιούτον;
Ερ. Ήττον πολλάς ημέρας αυτοί εκεί;
Απ. Ήσαν, στοχάζομαι, από την Πέμτην ή Τετάρτην.
Ερ. Το Σάββατον που υπήγεν ο Μπεϊζαδές, ή ο Κωνσταντίνος, ηξεύρεις;
Απ. Όχι ο Κωνσταντίνος δεν έβγαινε καθόλου.
Ερ. Ποίοι ήλθαν αυτήν την εβδομάδα,& ομίλησαν μαζί των;
Απ. Ο Λόντος & ο Καλαμογδάρτης, καθώς σας είπον, άλλος δεν συνήθιζε να έλθη, μόνον αυτοί.
Ερ. Δεν εμβήκες συ εις την κάμεραν του Κωνσταντίνου καμιάν φοράν, δεν επαρατήρησες, αν είχεν άρματα;
Απ. Ένβαινα, πλην άρματα δεν είδα, εγώ δεν πρόσεξα ποτέ εις ένα τέτοιον πράγμα, είχα τον νουν μου να ξεμπερδεύσω να φύγω.

67

Ερ. Ήρχοντο ποτέ οι στρατιώται οι δύο εκεί, όταν δεν ήτον διορισμένοι βάρδια;
Απ. Ήρχοντο κάτω& άλλαζαν τα ρούχα τους, τα οποία έπλυνεν μία Κρητικιά, πλην δεν ανέβαιναν επάνω.
Ερ. Εκείνοι ‘ελεγον, ότι δεν έχουν χρήματα την δούπιαν που την ευρήκαν, όπου την έδωκαν του Καραγιάννη του στρατιώτου;
Απ. Το ηξεύρω& εγώ, ότι δεν είχαν, διότι τους ζήτησα να πάρω παπούτσια,& με είπαν ότι δεν έχουν,& όταν έμαθα, ότι ο στρατιώτης εγύριζε να χαλάση μίαν δούπιαν, απόρησα.

ΧΑΣΑΠΑΚΗΣ ΝΙΚ.

Ερ. Με ποίους καπιτανέους ήσουν προτήτερα;
Απ. Ήμουν με τον Καραϊσκάκη, αφού εσκοτώθει επήγα με τον Δημοτσέλον και αφού αι χιλιαρχίαι οργανωθήκαν εις τάγματα, επειδή αδικήθηκα και δεν έλαβα τον μισθό μου, επήγα εις την πατρίδα μου, μετά ταύτα ήλθα εις την Κυβέρνησιν με το Δημοτσέλιον δια να λάβω το δίκαιόν μου, αλλ’ εις μάτην, Όθεν, ανεχώρησα και ήλθα πάλιν με τον Γεωργάκην Βαλήν και μολονότι έκαμα αναφοράν εις την Κυβέρνησιν, εστάθη αδύνατον να λάβω το δίκαιόν μου. Μαθών λοιπόν ότι έμελλε να συγκαλεσθή η Συνέλευσις έμεινα εις την Πρόνοιαν και επάσχιζα να γραφθώ εις το Σώμα του Πολιτάρχου.
Ερ. Εγνώριζες κανένα στρατιώτην της Πολιταρχίας;
Απ. Εγνώριζα έναν Πατρινόν ονόματι Ανδρέαν Γεωργίου.
Ερ. Είχες καθόλου συναναστροφήν μ’ αυτόν, τώρα.
Απ. Μάλιστα, είχα και προς τούτοις το Σάββατον εις τας 26 έφαγα μαζί του εις το σπίτι του Τσάκωνα, του μπακάλη, αντίκρυ εις τον Άγιον Γεώργιον, μαζί με εν άλλο παιδί, του Κακανάκη.
Ερ. Τι ώρα ήτο τότε;
Απ. Πριν πέσει το κανόνιον.
Ερ. Τι ομιλίες εκάμνετε τότε.
Απ. Καμίαν.
Ερ. Άλλην φοράν δεν ανταμώθεις μ’ αυτόν εκείνην την εβδομάδα;
Απ. Όχι, διότι ήτο καραούλι εις του Μαυρομιχάλου.
Ερ. Πόθεν το ήξερες ότι ήτο καραούλι εις του Μαυρομιχάλου;
Απ. Μ’ είπεν αυτός.
Ερ. Έχεις όπλα, τουφέκι;
Απ. Δεν έχω διότι με το επήρε ο Αντρέας Γεωργίου.
Ερ. Πότε σου το επήρεν;
Απ. Την Πέμτην της υστέρας εβδομάδος ήλθεν έξω εις την πρόνοιαν και με το εζήτησε, λέγων με ότι έμελλε να υπάγη εις ένα χωριόν.
Ερ. Ποίος άλλος ήτον παρών, όταν δυο το επήρεν;
Απ. Ήτον του Αθανασίου Ψωμιάρη ο ψυχογιός.
Ερ. Πως ονομάζεται αυτός ο ψυχογιός;
Απ. Ευαγγέλης.
Ερ. Με ποίον είναι ο Ψωριάρης;
Απ. Με κανέναν, αλλά περιμένει να λάβει τους λογαριασμούς από τον Σπανιολάκην.
68

Ερ. Δεν εζήτησες το τουφέκι σου από αυτόν έπειτα;
Απ. Το εζήτησα το Σάββατον το βράδυ και μ’ είπεν ότι το έχει εις ένα σπίτι.
Ερ. Το είπες εις κανένα άλλον ότι σου επήρεν ο Ανδρέας το τουφέκι σου;
Απ. Το είπα την ίδιαν ημέραν εις τον Ψωριαράκην, όστις μ’ ερώτησεν τι έκαμες το τουφέκι σου;
Ερ. Δεν επήγες καθ’ όλου το Σάββατον εις τας 26 προς το εσπέρας να ιδής τον Ανδρέαν Γεωργίου εις το σπίτι των Μαυρομιχάληδων;
Απ. Όχι.
Ερ. Δεν επήγες καμιάν άλλην φοράν εις το σπίτι των Μαυρομιχάληδων;
Απ. Όχι ποτέ.
Ερ. Ηξεύρεις με ποίον άλλον ήτον καραούλι εις τους Μαυρομιχάληδες;
Α. Με είπεν ότι ήτον με τον Καραγιάννην.
Ερ. Είδες καθόλου εκείνην την εβδομάδα τον Καραγιάννην;
Απ. Μίαν μόνην φοράν τον είδα εις τον καφενέ του σιντριβανιού.
Ερ. Μετά την δολοφονίαν είπες εις κανέναν ότι είχες το τουφέκι σου εις τον Αντδέαν Γεωργίου;
Απ. Όχι.
Ερ. Και εκείνην την εβδομάδα επήγες με τον Καραγιάννην εις κανένα σπίτι καμίαν βραδυά;
Απ. Δεν επήγα.
Ερ. Γνωρίζεις του Καλαμογδάρτας ή το σπίτι των;
Απ. Γνωρίζω τον γέροντα, το σπίτι των δεν το γνωρίζω.
Ερ. Ηξεύρεις καν που επήγαν το τουφέκι σου;
Απ. Όχι, παρά μ’ είπεν ο Ανδρέας ότι είχε εις ένα ιδικόν του σπίτι και εγώ δεν ηρώτησα εις ποίον σπίτι.
Ερ. Το Σάββατον, όταν εσυντρώγετε, συ ηρώτησες αν επήγεν εις το χωρίον;
Απ. Μάλιστα, και μ’ είπεν ότι δεν πηγαίνω διότι είμαι καραούλι.
Ερ. Διατί λοιπόν δεν του εζήτησες το τουφέκι οπίσω, αφού δεν επήγαινεν εις το χωρίον;
Απ. Διότι δεν μ’ εχρειάζετο.
Ερ. Συνομίλησες ποτέ με τον Πολιτάρχην δια να σε γράψη εις την Πολιταρχίαν;
Απ. Μάλιστα, το Σάββατον το βράδυ του είπα εις τον Κακλαμάνον και αυτός μ’ είπεν «έλα αύριον πρωί και βλέπομεν». Το πρωί, όταν έβγαινεν ο Κυβερνήτης από το σπίτι του δια να υπάγη εις την εκκλησίαν, ήλθα εις την πόλιν και είδα τον Κακλαμάνον αντίκρυ εις την γωνίαν, οπού διευθύνεται εις την εκκλησίαν, όπισθεν του Κυβερνήτου.. Εγώ λοιπόν τον ηκολούθησα δια να με είπη τίποτε δια την ομιλίαν, όπου είχα κάμει το βράδυ, και φθάσας ο Κακλαμάνος εις την γωνίαν της εκκλησίας, όπου βλέπει εις το σπίτι του Στέφανου Βαλιάνου ή κάλλιον εις την επάνω γωνίαν και εγώ άντικρυ εις την πόρταν του Αγίου Βήματος, τότε ηκούσαμεν τας πιστόλας. Τότε ευθύς ο Κακλαμάνος έβγαλε το σπαθί και εγώ έβγαλα την κουμπούραν, ορμίσαμεν και εφθάσαμεν έως το πτώμα του Κυβερνήτου, τότε ο Κακλαμάνος μας είπε «σταθείτε, οπίσω» και τότε εγυρίσαμεν και ήλθαμεν εις την καζάρμαν δια να πάρωμεν τα τουφέκια.
Ερ. Διατί έβγαλες την κουμπούραν σου;
69

Απ. Δια να βαρέσομεν τους φονιάδες.
Ερ. Διατί λοιπόν δεν τους εκυνηγήσατε;
Απ. Διότι μας εγύρισεν ο Κακλαμάνος.
Ερ. Αφού εγυρίσετε, που επήγατε ύστερον;
Απ. Εγυρίσαμεν εις την καζάρμαν.
Ερ. Τι εκάματε αφού εγυρίσετε;
Απ. Επήραμεν τα τουφέκια και ετραβήξαμεν κατά τα 5 Αδέλφια και επιάσαμεν 3-4 σπίτια και έπειτα πάλιν μας επήρε κοντά του.
Ερ. Πως δεν επήγετε κατά των Μαυρομιχαλαίων;
Α. Επήγαμε εκεί κοντά και αυτός ο Γεώργιος εφώναξε από μακριά «φύγετε σας καίω». Και εμείς εμβήκαμεν εις ένα σπίτι και ευθύς εκβήκαμεν και ήλθαμεν οπίσω.
( ακολούθησε αντιπαράθεση με πολλούς μάρτυρες)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

Ερ. Όταν εμβήκεν ο Μπεϊζαδές εις το σπίτι, συ που ήσουν;
Απ. Ακούσας θόρυβον εις το προαύλιον, εξήλθον εις την σκάλαν, δια να ιδώ,& αίφνης επαρουσιάσθη έμπροσθεν ο Μπεϊζαδές, ζητών τον Κ. Βαλιάνον, ανέβη δε με τον στρατιώτην, ο δε άλλος εστάθη εις την θύραν, έβγαλεν την μίαν πιστόλαν, την εσήκωσεν και την έβαλεν κατά γης, & και την άλλην την εκράτει εις τας χείρας, έθεσεν επίσης ένα φουσέκι κατά γης.
Δεν έχω να προσθέσω τι.
Αφού δε του ανεγνώσθη, υπόγραψε μεθ’ ημών.
Προσθέτει επίσης, ότι ο Μπεϊζαδές εμβαίνων εκράτει πιστόλαν εις τας χείρας

ΕΥΓΕΝΙΑ (ΔΟΥΛΗ)

Με λέγουν Ευγενίαν, ήμουν εις τον Μπεϊζαδέ, και έφυγα εδώ και έξη μήνας, διότι δεν με πλήρωσεν.
Ερ. Ο δούλος του Μπεϊζαδέ τι σου παρήγγειλε προχθές να ειπής του Μπέη;
Απ. Με είπε που είσαι; Στον κουμαντάντη, του είπα. Τον Μπέη τον ανταμώνεις; Όχι, του είπον. Δεν ημπορείς να τον ανταμώσης να του ειπής έναν λόγον; Όχι, του είπα, δεν μπορώ.
Ερ. Ποίος από τους δούλους του ήτον, πως τον λέγουν;
Απ. Ο Βαγγέλης ήτον.
Ερ. Δεν σου είπε, τι λόγον θα του είπη;
Απ. Όχι με είπεν, καϊμένη, έφαγες το ψωμί του τόσον καιρόν, και δεν πηγαίνεις, να τον σμίξης; Δεν έχω όρινον από τον αφέντην μου, του είπα, εκείνος είναι στην φυλακήν. Ήθελα αν ημπορούσες, να τον ανταμώσης, κάτι να σου ειπω, να του ειπής.
Ερ. Πότε σου είπε να του ειπής;
Απ. Χθες το βράδυ ήτο στο κρασοπωλείον που επήγα να πάρω κρασί, και υπήγα ευθύς και το είπα του αφεντικού μου, και εκατέβη σήμερον και τους επήρε.
( Να πληροφορήσουμε μόνον ότι ο Βαγγέλης ήταν ένα 15 χρονο παιδί)
70

ΠΟΙΟΙ ΚΕΡΔΙΣΑΝ;

Από αυτήν την δολοφονία ποίοι κέρδισαν;
Όχι βέβαια η Ελλάς. Όχι οι Μαυρομιχαλαίοι.
Ο Καποδίστριας και ο Πετρόμπεης δεν έδιδαν γη στους Έλληνες, από μη απελευθερωμένες περιοχές με το σκεπτικό «αρματωθείτε εσείς να έρθουμε και εμείς να απελευθερώσουμε την γη σας, ώστε η σημαία της Ελλάδος να στηθεί στην Αγια Σοφία». Από τους Άγγλους ζητούσε «η Αγγλία να είναι μόνο δύναμη της τροφής και η Ελλάδα δύναμη του πολιτισμού.» Σκοτώνοντας τον Καποδίστρια και ρίχνοντας το ανάθεμα στους Μαυρομιχαλαίους εξαφάνισαν αυτούς που ζητούσαν την σημαία της επανάστασης να την στήσουν στην Αγία Σοφία. Κατηγορώντας τους Έλληνες ως πατροκτόνους, τους έκαμαν να μπουν στο καβούκι τους, και το κράτος, δύναμη πολιτισμού της Ευρώπης, που προόριζε την Ελλάδα ο Καποδίστριας, δεν έγινε. Έτσι έκαναν την Ελλάδα, από δύναμη σε προτεκτοράτο των Ρότσιλ (Άγγλων). Αυτοί μόνον κέρδισαν, και ουδείς άλλος.

ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ

Εάν ενώσουμε τις καταθέσεις του Σαράντου και του στρατηγού Βαλτινού, έχουμε την σκηνή της δολοφονίας.

«Ήμην εις την εκκλησίαν και εστεκόμην κοντά εις το παγγάριον, όταν ήλθε ο γερο Γούτος, και ανήγγειλε την άφιξην του Κυβερνήτου, ήτον εις την θύραν προς τα δεξιά δύο, εις με μπουρνούζι και έτερος με καππόταν μαύρην, μακρυά, και όταν ήλθε και εμβήκε μέσα ο γερο Γούτος, εχωρίσθησαν οι δύο ούτοι, καθώς τους είπεν ο γερο Γούτος, και πάλιν μετά ταύτα αμέσως συνενώθησαν και ήλθον εις την θέσιν, όπου και πρότερον, και όταν ο Κυβερνήτης επλησίασε, τους εχαιρέτησε με το ζερβί χέρι, αυτοί έβαλαν τα μεν αριστερά εις τα φέσια των και εσυντρίφθησαν μεταξύ των, και έβαλαν τα δεξιά χέρια εις τας τσέπας των. Και πριν ακόμη ο Κυβερνήτης να προφθάση να βάλη το καπέλλον του, είδα εκείνον όστις εφόρει την μαύρην καππόταν, που σήκωσε το δεξί του χέρι, και ετράβηξε μιαν πιστολιάν εις του Κυβερνήτου το κεφάλι, συγχρόνως έρριψε και ο άλλος με το άσπρον μπουρνούζι και τότε είδον τον Κωνσταντίνον, όπου επήδησε κατά το μέρος, όπου έπεσεν ο Κυβερνήτης.»
Ο Κωνσταντίνος είδε την σκηνή και πετάγεται στον δολοφόνο που είναι πάνω από τον Καποδίστρια και τον πυροβολεί. Η σφαίρα του κτυπά στον
71

τοίχο της εκκλησίας. Τον πυροβολεί στην κοιλιά ο Κοζώνης και τρέχει ο Κωνσταντίνος να φύγει. Γι’ αυτό ο Κοζώνης θορυβείτε όταν μετά από ώρα ακούει ότι είναι ακόμα ζωντανός ο Κωνσταντίνος και τρέχει και τον πυροβολεί. Δεν έτρεξε κατά του Γιώργου. Ο Γιώργος δεν είχε δει ήταν μέσα στην εκκλησία. Ο Κωνσταντίνος όμως είχε δει. Ποιοι δολοφόνησαν και τις πλάτες που τους έκαναν οι φρουροί του Καποδίστρια.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο στόχος μας είναι να βρεθούν άνθρωποι, που αφού πειστούν ότι έγιναν πολλά εσκεμμένα, ανακριτικά – δικαστικά λάθη (αλλά και δικαστικά εγκλήματα), για να κατηγορηθούν οι Μαυρομιχαλαίοι και γενικώς οι Έλληνες ως «πατροκτόνοι», και να μην αποκαλυφθούν οι πραγματικοί εγκληματίες και ο σκοτεινός σκοπός, της δολοφονίας του Καποδίστρια, καθώς και οι ηθικοί αυτουργοί της δολοφονίας, να γίνουν οι ενέργειες εκείνες ώστε να αποκατασταθεί η αλήθεια ότι οι Έλληνες, δεν είναι πατροκτόνοι, αλλά ως ευκολόπιστοι και πάντα προδομένοι, τους έκαναν να πιστέψουν ότι είναι λαός που πρέπει να είναι με σκυμμένο κεφάλι. Ποιοι; Αυτοί που οργάνωσαν και διέπραξαν το έγκλημα και γι αυτό κρατούν κλειστά, τα αρχεία του Αγγλικού κράτους, ως «άκρως απόρρητα», ακόμα και σήμερα, κοντά 200 χρόνια μετά. Κρατούν κλειστά τα αρχεία, για να μην μάθουμε ποιοι και με ποιόν τρόπο ενήργησαν ώστε η Ελλάδα να μην γίνει μεγάλη Ευρωπαϊκή δύναμη, που την προόριζε ο Καποδίστριας. Ίσως είναι οι ίδιοι που δεν άφησαν την ΗΠΑ, να έχει γλώσσα και πολιτισμό Ελλάδας.

ΠΟΙΟΙ ΘΑ ΤΟΛΜΗΣΕΤΕ ΝΑ ΕΡΘΕΤΕ ΜΑΖΙ ΝΑ ΞΕΘΑΨΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΑΤΕ, ΜΕ ΈΡΓΑ;
ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΈΝΟΥΜΕ ΤΟΛΜΗΣΤΕ.

http://www.facebook.com/l.php?u=http%3A%2F%2Fkapodistriasdeath.blogspot.gr%2F&h=CAQEQlshW

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s